Κατα Συρροη Δολοφονοι

Τον Ιανουάριο του 1992, η κοινή γνώμη πληροφορήθηκε πως η Μαρία Σαμπανιώτη συνελήφθη στο Περιστέρι Αττικής κατηγορούμενη ότι δηλητηρίασε επτά άτομα -τα τρία από αυτά πέθαναν- προσφέροντάς τους εμποτισμένη με παραθείο ζύμη, από την οποία παρασκευάστηκαν τηγανόψωμα που κατανάλωσαν τα ανυποψίαστα θύματα. Αν και η υπόθεση της «φαρμακούλας» με τα τηγανόψωμα», όπως έγινε γνωστή, απέκτησε σχεδόν «παροιμιώδεις» διατάσεις, δεν ήταν η μοναδική στη μεταπολεμική ελληνική εγκληματολογική ιστορία.

Αργά το απόγευμα του Σαββάτου 18 Ιανουαρίου 1992, οι σειρήνες των ασθενοφόρων «έσπαζαν» την καθημερινή ρουτίνα στο Περιστέρι Αττικής, μεταφέροντας εσπευσμένα επτά ανθρώπους στα νοσοκομεία «Μεταξά» του Πειραιά και Γενικό Κρατικό Νίκαιας σε κρίσιμη κατάσταση λόγω βαρύτατης τροφικής δηλητηρίασης. Ανάμεσα στους μεταφερόμενους βρίσκονταν και τα μέλη δύο οικογενειών: του 60χρονου Θόδωρου Μουστόπουλου, της 57χρονης συζύγου του Ελένης και του 33χρονου γιου τους Κώστα, όπως επίσης της 46χρονης Ειρήνης Κληματσά και του 24χρονου γιου της Αντώνη. Ακόμα, σε κρίσιμη κατάσταση βρίσκονταν και δύο αλλοδαποί, γείτονες των προηγουμένων: οι Γιάννης και Σουλτάν Μουρατπάγιεφ.

Όλοι είχαν δοκιμάσει τηγανόψωμα και ψωμί που είχαν παρασκευασθεί από την ίδια ζύμη, την οποία είχε προσφέρει ως «δώρο» στις οικογένειες Μουστοπούλου και Κληματσά η Μαρία Σαμπανιώτη, 56 ετών, η οποία διέμενε μαζί με τον άντρα και τις δύο κόρες της μερικά οικοδομικά τετράγωνα μακρύτερα, στην οδό Κλεάνθους 20 του Περιστερίου. Μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε από το Τοξικολογικό Εργαστήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών σε υπολείμματα της ζύμης, στο ψημένο ψωμί και στα τηγανόψωμα διαπιστώθηκε ότι στα δείγματα υπήρχαν παράμετροι φωσφορικών εστέρων που χρησιμοποιούνται σε γεωργικά φάρμακα και εντομοκτόνα και μεγάλος αριθμός των ενώσεών τους είναι το παραθείο, το οποίο ανιχνεύθηκε και στον οργανισμό των θυμάτων μετά από αιματολογικές εξετάσεις. Αντιθέτως, οι έλεγχοι στο αλεύρι που είχε στείλει ο πατέρας της Σαμπανιώτη από το χωριό Μελάνθιο Καστοριάς, όπως και ποσότητα ζύμης με την οποία η ίδια είχε φτιάξει ψωμί για τη δική της οικογένεια έδειξαν πως ήταν απολύτως «καθαρά».

Αργά το βράδυ της Τρίτης 21 Ιανουαρίου και μετά τη γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων των εργαστηριακών ελέγχων, η Σαμπανιώτη οδηγήθηκε στο Αστυνομικό Τμήμα Περιστερίου για να εξεταστεί. Στους αστυνομικούς αλλά και στους δημοσιογράφους που τη ρώτησαν σχετικά, αρνήθηκε κάθε σχέση με την υπόθεση. «Δεν έχω ιδέα πώς βρέθηκε το δηλητήριο στη ζύμη» δήλωσε. «Εγώ ζύμωσα κανονικά, όπως κάνω κάθε φορά. Δεν είμαι νέα νοικοκυρά. Ξέρω να κάνω σωστά τη δουλειά μου. Δεν μπορώ να μπερδέψω το αλάτι με το δηλητήριο. Πήγα να κάνω ένα καλό και πώς μπλέχτηκα θεέ μου έτσι;» (εφ. Απογευματινή, Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 1992).

«Είμαι αθώα»

Όμως, ποιον λόγο είχε η Σαμπανιώτη να δηλητηριάσει τα μέλη των οικογενειών Μουστόπουλου και Κληματσά; Οι πληροφορίες που συγκέντρωσαν οι αστυνομικοί οδηγούσαν στο κίνητρο της αντεκδίκησης. Οι μαρτυρίες και τα διαθέσιμα στοιχεία ανέφεραν ότι η Σαμπανιώτη από καιρό καλλιεργούσε την ιδέα να παντρέψει τις κόρες της με τον Κώστα Μουστόπουλο και τον Αντώνη Κληματσά, όμως όταν εκείνοι δεν δέχτηκαν, η Σαμπανιώτη αποφάσισε να τους εκδικηθεί δηλητηριάζοντάς τους.

Η ίδια αρνήθηκε κάθε κατηγορία, ενώπιον του ανακριτή στον οποίο προσήχθη το πρωί της Πέμπτης 23 Ιανουαρίου, λέγοντας: «Εγώ δεν ήθελα να κάνω κακό σε κανέναν. Κάποιος άλλος έβαλε στο μάτι την οικογένειά μου κι επειδή αυτή τη ζύμη την είχα φτιάξει για το σπίτι μου, έριξε δηλητήριο μέσα όταν εγώ έλειπα από το σπίτι για ψώνια» υποστήριξε και διευκρίνισε: «Το παιδί μου από νωρίς μου είχε πει να βγούμε για ψώνια αλλά εγώ το είχα ξεχάσει. Έτσι άρχισα να φτιάχνω τη ζύμη και μάλιστα κάποια στιγμή “πετάχτηκα” στο σούπερ μάρκετ για να πάρω κάποιο υλικό, αφήνοντας πίσω μου ανοιχτή την πόρτα. Αμέσως μόλις γύρισα, έπιασα πάλι τη ζύμη και τότε εμφανίστηκε η κόρη μου και μου θύμισε ότι θα έπρεπε να βγούμε στα μαγαζιά. Για να μη χαλάσει το ζυμάρι, το πήγα εγώ η ίδια στην οικογενειακή μας φίλη Ελένη Μουστοπούλου και της είπα: “Ελένη, πάρε εσύ αυτό το κομμάτι κι εγώ θα πάρω από τον φούρνο μαγιά για να φτιάξω άλλο ζυμάρι για μένα, το βράδυ”. Εκείνη με ευχαρίστησε κι έφυγα. Το υπόλοιπο τμήμα του ζυμαριού το πήγα στην Ειρήνη [Κληματσά] για να φτιάξει κι εκείνη ψωμί». Ακόμα, η Σαμπανιώτη υποστήριξε πως δεν είχε κανένα λόγο να προξενήσει βλάβη στις δύο οικογένειες, καθώς τόσο η Μουστοπούλου όσο και η Κληματσά της στάθηκαν σε δύσκολες στιγμές και επέμεινε ότι κάποιος άλλος έριξε το δηλητήριο στη ζύμη, την ώρα που εκείνη έλειπε από το σπίτι, κατονομάζοντας, μάλιστα, και τη γειτόνισσά της Αγάπη Κοασίδου, η οποία ωστόσο διαπιστώθηκε πως εκείνη τη μέρα βρισκόταν στην Κόρινθο, αλλά αφήνοντας υπαινιγμούς ακόμα και για την κόρη της Ελισάβετ…

Μετά το πέρας της απολογίας της, ο ανακριτής την έκρινε προφυλακιστέα ως ιδιαίτερα επικίνδυνη και διέταξε την προφυλάκισή της, μεταταγόμενη ακολούθως στις Φυλακές Κορυδαλλού.

Το προξενιό...

Την επομένη, δημοσιογράφοι επισκέφθηκαν την Ελένη Μουστοπούλου στην παθολογική κλινική του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Νίκαιας, όπου νοσηλευόταν έχοντας διαφύγει στο μεταξύ τον κίνδυνο. Η 57χρονη γυναίκα περιέγραψε αναλυτικά τη ζωή της οικογένειάς της και τις σχέσεις της με τη Σαμπανιώτη. «Ήρθαμε από τη Ρωσία πριν από δέκα μήνες και εγκατασταθήκαμε στο Περιστέρι» ανέφερε, μεταξύ άλλων. «Η Μαρία ερχόταν σχεδόν κάθε μέρα στο σπίτι κι από την αρχή μου είχε πει πως ήθελε τον γιο μου, τον Κώστα, για γαμπρό της. Μου έφερε και νήμα για να φτιάξω μπλούζα στην κόρη της. Της είπα ότι ήταν πολύ νωρίς για γάμους. Εμείς δεν είχαμε ούτε έναν χρόνο στην Ελλάδα. Εκείνη την ημέρα, λοιπόν, είχε έρθει για να δει πώς πάει η μπλούζα και για να μ’ ευχαριστήσει, είπε, έφερε τη ζύμη για να φτιάξω τηγανόψωμα για τα παιδιά. Ο γιος μου είχε καλεσμένους δύο φίλους του από τη Ρωσία, τους Σουλτάν και Γιάννη. Κατά τις 4 αρχίσαμε να τρώμε και κατά τις 5 πέσαμε όλοι κάτω σαν κοτόπουλα» (εφ. Ελεύθερος Τύπος, 25 Ιανουαρίου 1992). Τις αιτιάσεις της Μουστοπούλου σε βάρος της Σαμπανιώτη επιβεβαίωσαν και γείτονες της οικογένειας, που ανέφεραν πως «η οικογένεια Μουστοπούλου δεν ήθελε τον γάμο, γιατί αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα» (εφ. Ελεύθερος Τύπος, 27 Ιανουαρίου 1992).

Κατά -τραγική- σύμπτωση, λίγη ώρα μετά τη συνάντησή της με τους δημοσιογράφους, ο σύζυγός της Μουστοπούλου, Θόδωρος, άφηνε την τελευταία του πνοή στην εντατική μονάδα του Γενικού Κρατικού. Στις 6 Μαΐου, τη μάχη με το θάνατο έχασε, επίσης, η Ειρήνη Κληματσά και έναν μήνα αργότερα -στις 7 Ιουνίου- ο 24χρονος γιος της Αντώνης. Και οι δύο ήταν ομογενείς από το Καζακστάν και είχαν έρθει οικογενειακώς στην Ελλάδα, λίγο καιρό πριν. Τα θύματα της δηλητηριασμένης ζύμης είχαν φτάσει, πλέον, τα τρία…

«Είναι η νέα Φραγκογιαννού»

Η πρωτοβάθμια δίκη για την υπόθεση ξεκίνησε στις 7 Απριλίου 1993 ενώπιον του Κακουργιοδικείου Αθηνών. Σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα υπ’ αριθ. 4642/92 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, η Μαρία Σαμπανιώτη «στο σπίτι της στο Περιστέρι στις 18/1/1992, παρασκεύασε ποσότητα ζύμης, η οποία περιείχε παραθείο και την παρέδωσε σαν δώρο στις γειτόνισσές της Ειρήνη Κληματσά και Ελένη Μουστοπούλου. Αυτές έφτιαξαν τηγανόψωμα, ανύποπτες για το δηλητήριο. Υπέστησαν οξεία τροφική δηλητηρίαση και μεταφέρθηκαν άλλοι στο νοσοκομείο «Μεταξά» και άλλοι στο Γενικό Κρατικό Νίκαιας. […] Η σύλληψη και η εκτέλεση του εγκληματικού σχεδίου από την κατηγορουμένη, η οποία χωρίς ίχνος ηθικών αναστολών «δώρισε» στην κυριολεξία τον θάνατο και οδήγησε στον αφανισμό των δύο οικογενειών, μαρτυρούν ότι πρόκειται για αδίστακτο άτομο, ιδιαίτερα επικίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια». Με το ίδιο βούλευμα είχαν απαλλαγεί από κάθε κατηγορία η κόρη της Σαμπανιώτη, Ελισάβετ, και η Αγάπη Κοασίδου.

Όπως υπογράμμιζαν τα ρεπορτάζ των εφημερίδων «φαρμακούλα» ήταν η λέξη που ξεχώρισε ανάμεσα σε φωνές και κατάρες, με τις οποίες έγινε δεκτή η είσοδος στην αίθουσα του Κακουργιοδικείου Αθηνών της Μαρίας Σαμπανιώτη, γνωστής στο Πανελλήνιο ως «η φόνισσα με τα τηγανόψωμα». Κλαψουρίζοντας η κατηγορουμένη απάντησε: «Δεν είμαι φονιάρα (φόνισσα) εγώ. Δεν έχω κάνει τίποτα» (εφ. Ελεύθερος Τύπος, 8 Απριλίου 1993).

Με την έναρξη της διαδικασίας, η υπεράσπιση της Σαμπανιώτη ζήτησε την αναβολή της δίκης και το δικαστήριο διακόπηκε για τις 28 Απριλίου. Κατά την επανέναρξή της, η Μουστοπούλου κατέθεσε πως «ήθελε να μας δηλητηριάσει γιατί δεν θέλαμε την κόρη της για νύφη. Όλο δώρα μας έκανε. […] Μου έκανε εντύπωση ότι το χρώμα (σ.σ.: του ψωμιού) ήταν μπλε και ότι φούσκωσε πάρα πολύ». Παρόμοιου περιεχομένου ήταν και οι καταθέσεις των άλλων μαρτύρων κατηγορίας. Από την πλευρά της, η κόρη της Σαμπανιώτη, Ελισάβετ, κατέθεσε ότι «δεν υπήρχε ενδιαφέρον από εμάς για κανέναν γιο της οικογένειας Κληματσά ή της οικογένειας Μουστοπούλου».

Στη διάρκεια της απολογία της, η Σαμπανιώτη επέμεινε στην αθωότητά της και υποστήριξε πως δεν έχει καμία σχέση με τη δηλητηρίαση των επτά και τον θάνατο των τριών γειτόνων της. «Ο θεός είναι από πάνω κι αν λέω ψέματα να με κάψει! Λυπάμαι για τις τρεις ψυχούλες που έφυγαν. Δεν τους το έκανα εγώ αυτό το κακό! Και με τις δύο οικογένειες είχα πάρα πολύ καλές σχέσεις» είπε στην αρχή και συνέχισε: «Τη ζύμη την είχα φτιάξει από το πρωί για να ψήσω ψωμί για την οικογένειά μου. Η κόρη μου μού ζήτησε να βγούμε για ψώνια. Για να μη χαλάσει το ζυμάρι σκέφτηκα να το δώσω στην Ειρήνη Κληματσά και την Ελένη Μουστοπούλου. Στο σπίτι είχε έρθει από νωρίς η γειτόνισσά μου Αγάπη Κοασίδου. Όταν φύγαμε, κλείδωσα την πόρτα. Γύρισα και βρήκα την Αγάπη στο σπίτι. Είχε μπει από την πίσω πόρτα της κουζίνας. Κρατούσε και μια νάιλον τσάντα. Μια φορά είχα πιει καφέ στο σπίτι της Αγάπης και έπαθα δηλητηρίαση. Μπορεί, όμως, να ήθελε να μας δηλητηριάσει και ο αρραβωνιαστικός της κόρης μου… Δεν τον ήθελα. Ούτε βέβαια αυτός με συμπαθούσε…»

Λαμβάνοντας τον λόγο ο εισαγγελέας Σταύρος Μαντακιοζίδης χαρακτήρισε την κατηγορούμενη ως «νέα Φραγκογιαννού» (σ.σ.: τη δολοφόνο κεντρική ηρωίδα στη νουβέλα του Αλ. Παπαδιαμάντη «Η φόνισσα»), που «διέπεται από μητριαρχικές απόψεις και θέλει να επιβάλλεται στην οικογένειά της και το φιλικό της περιβάλλον», ενώ συμπλήρωσε: «Μετά την άρνηση των οικογενειών Μουστοπούλου και Κληματσά να συμπεθεριάσουν “έσπασε τα μούτρα” της. Τους το φύλαγε. Κι όταν της δόθηκε η ευκαιρία, χτύπησε! Την έτρωγε το σαράκι της αντεκδίκησης. Έψαξε και βρήκε φάρμακο. Το γυναικείο μυαλό δουλεύει με ανάποδες στροφές. Η γυναικεία φύση είναι περίεργη. Οι γυναίκες είναι ικανές για όλα. Ο τρόπος της ήταν ύπουλος, σατανικός, παραδοσιακός. […] Η δολιότητά της δεν περιορίζεται σε σωρεία επικλήσεων των Θείων και σταυροκοπημάτων, αλλά στο να ρίχνει υπόνοιες σε άλλους ανθρώπους. Δεν δίστασε να δημιουργήσει υπόνοιες για την ίδια της την κόρη. Μέσα στην ψυχή της έκρυβε μεγάλο μίσος. […] Προσπάθησε να εξολοθρεύσει -και το έκανε- δύο οικογένειες. Φαινομενικά μοιάζει αθώα. Αν αφεθεί ελεύθερη, όμως, θα αποτελέσει μεγαλύτερο κίνδυνο και από τον Ρωχάμη (σ.σ.: κακοποιό που έγινε ευρύτερα γνωστός από τις «μυθιστορηματικού» τύπου αποδράσεις του από τις φυλακές). Είναι απεχθής εγκληματίας και δολοφόνος. Η Μαρία Σαμπανιώτη είναι επικίνδυνη!»

Στις 3 Μαΐου, με πλειοψηφία 6-1, το δικαστήριο έκρινε την Σαμπανιώτη ένοχη χωρίς να της αναγνωρίσει κανένα ελαφρυντικό και την καταδίκασε τρεις φορές σε ισόβια και επιπλέον 25 χρόνια κάθειρξη για τέσσερεις απόπειρες ανθρωποκτονιών. Ήταν η μεγαλύτερη ποινή που είχε επιδικαστεί σε γυναίκα τις τελευταίες δεκαετίες. Στο άκουσμα της απόφασης, η Σαμπανιώτη ξέσπασε σε λυγμούς, φώναξε «Δεν έχω κάνει τίποτα. Καν’ τε μου τον ορό της αλήθειας» και λιποθύμησε για να μεταφερθεί εσπευσμένα με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο των Γυναικείων Φυλακών Κορυδαλλού.

Το Εφετείο

Η δίκη σε δεύτερο βαθμό προσδιορίστηκε για τις 5 Οκτωβρίου 1994, αλλά αναβλήθηκε λόγω κωλύματος του συνηγόρου υπεράσπισης (Αλέξανδρου Λυκουρέζου), αλλά και προβλημάτων υγείας της κατηγορουμένης. Το ίδιο συνέβη και κατά τον επαναπροσδιορισμό της στις 27 Μαρτίου 1996.

Τελικώς η δίκη πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1997, ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθήνας. Ο Ελευθέριος Κληματσάς, που είχε χάσει τη σύζυγό του για τον έναν γιο του κατέθεσε πως «εκείνη την ημέρα είχε έρθει η Σαμπανιώτη με την κόρη της Ελισάβετ στο σπίτι μας και έφερε ένα λεκανάκι ζύμη. Είπε στη γυναίκα μου να την πάρει για να μη χαλάσει διότι εκείνη θα πήγαινε με το παιδί της για κάτι ψώνια. Το πρόσωπό της ήταν εγκληματικό. […] Κοίταζε το συμφέρον της για την κόρη της την Ελισάβετ. Ήθελε να αποκαταστήσει τα παιδιά της. Ήθελε τον γιο μου τον φαντάρο για γαμπρό […]». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε και η κατάθεση του ιερέα των Φυλακών Κορυδαλλού, που είχε ακούσει πολλές εξομολογήσεις της κατηγορούμενης κατά τη διάρκεια της κράτησής της και ο οποίος υποστήριξε πως δεν μπορεί να φανταστεί ότι αυτή η γυναίκα έγινε αιτία να χαθούν τόσες ανθρώπινες ζωές. Η ίδια η Σαμπανιώτη επανέλαβε πως είναι αθώα, ενώ ο εισαγγελέας Γιάννης Γαβρίλης στην αγόρευσή του παρατήρησε πως «δεν έχουμε να κάνουμε με μία συνηθισμένη υπόθεση» καθώς «στην ουσία πρόκειται για επιχείρηση εξολόθρευσης των οικογενειών της Ειρήνης Κληματσά και της Ελένης Μουστοπούλου. Η Μαρία Σαμπανιώτη είναι άτομο επικίνδυνο, που έχει την ψυχική ετοιμότητα να διαπράξει και άλλα εγκλήματα στο μέλλον».

Στις 15 Οκτωβρίου, οι δικαστές και οι ένορκοι έκριναν ομόφωνα ότι «η Μαρία Σαμπανιώτη είναι ένοχη για τρεις ανθρωποκτονίες και τέσσερις απόπειρες ανθρωποκτονιών. Δεν μείωσαν ούτε μια μέρα την πρωτόδικη ποινή της καταδικάζοντάς την τρεις φορές ισόβια και επιπλέον σε 25 χρόνια κάθειρξη» (εφ. Τα Νέα, 16 Οκτωβρίου 1997). Όπως σημειωνόταν στα δημοσιεύματα της εποχής, οι συγγενείς των θυμάτων εξέφρασαν την ικανοποίησή τους για την απόφαση, ενώ η Σαμπανιώτη, με δάκρυα στα μάτια, επανέλαβε πως είναι αθώα και επιθυμεί να υποβληθεί σε τεστ με τον «ορό της αλήθειας».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ