Κατα Συρροη Δολοφονοι

"Lizzie Borden took an axe

And gave her mother forty whacks.

And when she saw what she had done,

She gave her father forty-one"

Το απομεσήμερο του Αυγούστου αναμενόταν ανυπόφορα ζεστό στη Μασαχουσέτη. Η θερμοκρασία έχει ξεπεράσει τους 38 βαθμούς, αν και δεν ήταν, ακόμη, μεσημέρι. Ο ηλικιωμένος άνδρας, φορώντας το πανωφόρι του, αισθάνθηκε αδιαθεσία και ξάπλωσε στον καναπέ του σπιτιού του. Ένας αναστεναγμός του ξέφυγε, καθώς έγειρε στο μπράτσο του καναπέ, προσέχοντας να ακουμπούν οι μπότες του στο πάτωμα, ώστε να μην λερώσουν το μάλλινο κάλυμμα του επίπλου. Σύντομα, βυθίζεται σε ύπνο, χωρίς να υποψιάζεται πως δεν θα ξυπνήσει ποτέ.

Επίσης δεν υποψιάζεται πως, πάνω από το κεφάλι του, σε ένα από τα δωμάτια των ξένων, η γυναίκα του βρίσκεται νεκρή, μέσα σε μια λίμνη από το αίμα της, στο πάτωμα. Έχει πεθάνει πριν, περίπου δύο ώρες και, σε λίγα λεπτά, το χέρι που αφαίρεσε τη ζωή της θα αφαιρέσει και τη δική του.

Ακόμα, όμως κι αν τα γνώριζε αυτά, δεν θα φανταζόταν ποτέ, ότι ο δολοφόνος τους θα έμενε ατιμώρητος.

Η υπόθεση της Lizzie Borden απασχόλησε την κοινή γνώμη και τους ερευνητές για πάνω από 100 χρόνια. Λίγες εγκληματικές υποθέσεις στην Αμερική, τράβηξαν πάνω τους την προσοχή τόσων πολλών για τόσο μεγάλο διάστημα, όσο οι δολοφονίες με τσεκούρι του Andrew Borden και της συζύγου του Abby. Αυτό οφείλονταν, κατά ένα μέρος, στην αγριότητα του εγκλήματος αλλά, κυρίως, στον χαρακτήρα του κύριου υπόπτου. Η Lizzie Borden δεν ήταν μια μανιακή δολοφόνος, αλλά μια σεμνότυφη και αξιοσέβαστη «γεροντοκόρη», δασκάλα στο Κατηχητικό. Εξαιτίας αυτού, ολόκληρη η πόλη συγκλονίστηκε όταν της απήγγειλαν κατηγορία για τη δολοφονία των γονιών της. Το γεγονός ότι απαλλάχτηκε από τις κατηγορίες αυτές, δεν βοήθησε στο να ξεχαστεί η υπόθεση αλλά, αντίθετα, ενίσχυσε τις φήμες και τα κουτσομπολιά, όσο μάλιστα ο δολοφόνος παρέμενε άγνωστος και το μυστήριο άλυτο.

Ο Andrew Jackson Borden ήταν ένας από τους «προεστούς» της πόλης του Fall River, στην Πολιτεία της Μασαχουσέτης, μια πόλη που ευημερούσε χάρη στο λιμάνι και στους μύλους της. Η οικογένεια Borden είχε βαθιές ρίζες στην κοινότητα και αποτελούσε επί δεκαετίες, έναν από τους ισχυρούς παράγοντες. Σε ηλικία 70 ετών ο Andrew Borden ήταν, σαφέστατα, ένας από τους πιο πλούσιους άντρες της πόλης. Ήταν Πρόεδρος στα Διοικητικά Συμβούλια αρκετών τραπεζών και γαιοκτήμονας που κατείχε τεράστιες εκτάσεις. Ήταν ένας ψηλός, λεπτός και στρυφνός άνθρωπος που, αν και του αναγνώριζαν τις επιχειρηματικές του ικανότητες, εντούτοις δεν εκτιμούσαν τον χαρακτήρα του και τη γενικευμένη του σκληρότητα.

Ο Borden ζούσε με τη δεύτερη σύζυγό του, Abby Durfee Gray και τις κόρες του από τον πρώτο του γάμο, Emma και Lizzie, σ’ ένα τριώροφο ξύλινο σπίτι. Δεν βρισκόταν στην καλύτερη συνοικία της πόλης, αλλά ήταν κοντά στην περιοχή εργασίας του Borden. Και οι δύο κόρες πίστευαν ότι το σπίτι δεν ήταν αντάξιο της κοινωνικής τους θέσης και ικέτευαν τον πατέρα τους να μετακομίσουν σε κάποια καλύτερη περιοχή. Ο Borden, αρκετά σφιχτοχέρης, δεν συζητούσε καν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Παρόλα αυτά όμως, και πέρα από τον λιτοδίαιτη καθημερινή τους ζωή, ο Borden ήταν σχετικά γενναιόδωρος και με τις δύο του κόρες.

Τα γεγονότα που θα κατέληγαν σε τραγωδία άρχισαν στις 4 Αυγούστου του 1892. Το νοικοκυριό των Borden ήταν, όπως κάθε μέρα, από νωρίς «στο πόδι». Η Emma δεν βρίσκονταν σπίτι, είχε πάει να επισκεφθεί φίλους στη γειτονική πόλη του Fairhaven, αλλά ο θείος των κοριτσιών John, είχε φτάσει απροσδόκητα να τις δει. Ο John Vinnicum Morse, αδελφός της πρώτης γυναίκας του Borden, ήταν ένας από τους τακτικούς επισκέπτες της οικογένειας. Έμενε στο Darmouth της ίδιας Πολιτείας, και αρκετές φορές το χρόνο επισκεπτόταν τους συγγενείς του, συνδυάζοντας και επαγγελματικές επαφές στην πόλη.

Το πρώτο πρόσωπο που ξύπνησε στο σπίτι των Borden, εκείνο το πρωί, ήταν η Bridget Sullivan, η οικονόμος. Η Bridget ήταν μια αξιοσέβαστη Ιρλανδή, την οποία η Emma και η Lizzie, αποκαλούσαν αγενώς «Maggie», με το όνομα, δηλαδή, της προηγούμενης οικονόμου. Η Bridget ήταν τότε 26 χρονών και βρισκόταν στην υπηρεσία των Borden ήδη τρία χρόνια. Δεν υπάρχει τίποτα που να αμφισβητεί το γεγονός ότι ήταν μια υποδειγματική νεαρή γυναίκα, η οποία έφθασε στην Αμερική από την Ιρλανδία το 1886. Δεν διανυκτέρευσε στο σπίτι τη νύχτα μετά τους φόνους, αλλά επέστρεψε στο δωμάτιό της, στον τρίτο όροφο, την Παρασκευή το βράδυ. Το Σάββατο έφυγε από το σπίτι για να μην επιστρέψει ποτέ πια.

Την ημέρα των φόνων, η Bridget κατέβηκε από το δωμάτιό της στη σοφίτα του σπιτιού, γύρω στις 06.00’, για να ανάψει τη φωτιά στην κουζίνα και να ετοιμάσει το πρωινό. Μια ώρα αργότερα ο κύριος και η κυρία Borden, μαζί με τον John Morse, κατέβηκαν να προγευματίσουν και έμειναν κουβεντιάζοντας γύρω από το τραπέζι για μια ώρα περίπου. Η Lizzie είχε κοιμηθεί αργά και, έτσι, δεν πήρε μαζί τους πρωινό.

Λίγο πριν τις 08.00’, ο Morse έφυγε για να επισκεφτεί κάτι ανίψια του και ο Borden κλείδωσε την εξώπορτα. Ήταν μια περίεργη συνήθεια στο σπίτι των Borden, το κλείδωμα της πόρτας. Πάντα η εξώπορτα κλειδώνονταν, ακόμα και κάποιες πόρτες δωματίων μέσα στο σπίτι, στους πάνω ορόφους, έμεναν κλειδωμένες. Λίγα λεπτά μετά την αναχώρηση του Morse, η Lizzie κατέβηκε από το δωμάτιό της και είπε πως δεν πεινούσε. Πήρε μόνο καφέ και ένα μπισκότο. Ενδέχεται να είχε μια στομαχική διαταραχή, η οποία ταλαιπωρούσε όλους στο σπίτι. Η Bridget είπε αργότερα ότι ένοιωσε την ανάγκη να βγει έξω και να κάνει εμετό, λίγο μετά το πρωινό. Πριν από δύο μέρες, ο κύριος και η κυρία Borden, είχαν αισθανθεί αδιαθεσία κατά τη διάρκεια της νύχτας, και είχαν κάνει εμετό αρκετές φορές και οι δύο. Υπέθεσαν ότι επρόκειτο για τροφική δηλητηρίαση αν και κανείς άλλος από την οικογένεια δεν είχε επηρεαστεί. Θα μπορούσε να είναι, ακόμη, προοίμιο γρίπης ή και κάτι άλλο, πολύ πιο περίεργο.

Στις 08.45’ ο Borden έφυγε από το σπίτι για το κέντρο της πόλης. Η γυναίκα του ανέβηκε να τακτοποιήσει τον ξενώνα, στον οποίο φιλοξενούσαν τον Morse. Ζήτησε από την Bridget να πλύνει τα παράθυρα. Στις 09.30’ κατέβηκε για λίγα λεπτά και μετά επέστρεψε στον ξενώνα, λέγοντας ότι έπρεπε να αλλάξει τις μαξιλαροθήκες. Η Bridget ξεκίνησε τις καθημερινές της δουλειές, αρχίζοντας με το πλύσιμο των παραθύρων, μεταφέροντας κουβάδες και νερό από τον αχυρώνα. Κουβέντιασε για λίγο με την υπηρέτρια του γειτονικού σπιτιού δίπλα στο φράχτη. Τελείωσε τα εξωτερικά των παραθύρων στις 10.30’ και μετά άρχισε τα εσωτερικά.

Δεκαπέντε λεπτά αργότερα, ο Borden επέστρεψε. Η Bridget του άνοιξε και η Lizzie κατέβηκε. Του είπε ότι η κυρία Borden είχε βγει έξω, καθώς είχε λάβει ένα σημείωμα ότι κάποιος είχε αρρωστήσει. Η Lizzie και η Emma, πάντα αποκαλούσαν τη μητριά τους «κυρία Borden» και, το τελευταίο διάστημα, οι σχέσεις ανάμεσά τους ήταν τεταμένες.

Ο Borden πήρε το κλειδί του δωματίου του από ένα ράφι και ανέβηκε σ’ αυτό από την πίσω σκάλα. Το σπίτι των Borden είχε περίεργη διαρρύθμιση. Το δωμάτιο των Borden ήταν προσβάσιμο μόνο από την πίσω σκάλα, καθώς δεν υπήρχε χωλ. Η μπροστινή σκάλα έδινε πρόσβαση μόνο στο δωμάτιο της Lizzie (από το οποίο έμπαινε κανείς και στο δωμάτιο της Emma) και τον ξενώνα. Υπήρχαν πόρτες επικοινωνίας μεταξύ του δωματίου της Lizzie και αυτού των Borden, αλλά ήταν πάντα κλειδωμένες. Ο Borden έμεινε στο δωμάτιό του μόνο για μερικά λεπτά και μετά επέστρεψε για να καθίσει στον καναπέ του σαλονιού. Η Lizzie έβαλε το σίδερο να κάψει για να σιδερώσει μερικά μαντήλια. Η Bridget, καταπονημένη από τη ζέστη, το πλύσιμο των παραθύρων και τη στομαχική της διαταραχή, ανέβηκε στο δωμάτιό της στη σοφίτα για να πάρει έναν υπνάκο. Η ώρα ήταν λίγα λεπτά πριν τις 11.00.

Από τον ανήσυχο ύπνο της, την έβγαλαν οι φωνές της Lizzie. «Maggie, έλα κάτω! Γρήγορα! Ο πατέρας είναι νεκρός! Κάποιος μπήκε σπίτι και τον σκότωσε!» Καθώς κατέβηκε την πίσω σκάλα, βρήκε τη Lizzie να στέκεται στην πίσω πόρτα του σπιτιού. Το πρόσωπό της ήταν χλωμό και σφιγμένο. Εμπόδισε τη Bridget να μπει στο σαλόνι. «Μην πας μέσα. Πήγαινε να φέρεις το γιατρό. Τρέχα!»

Ο Dr. Bowen, οικογενειακός φίλος, ζούσε ακριβώς απέναντι από τους Borden και η Bridget έτρεξε σπίτι του. Ο γιατρός απουσίαζε αλλά η Bridget είπε στη σύζυγό του ότι ο κύριος Borden ήταν νεκρός. Επέστρεψε σπίτι. «Που ήσουν όταν συνέβη αυτό;», ρώτησε τη Lizzie. «Έξω, στην αυλή. Άκουσα ένα βογκητό και μπήκα. Η εξώπορτα ήταν ορθάνοιχτη», απάντησε η Lizzie και μετά έστειλε τη Bridget να φωνάξει τη φίλη της Miss Alice Russell, η οποία έμενε μερικά τετράγωνα μακρύτερα.

Ο γείτονες είχαν, ήδη αρχίσει να μαζεύονται στην πρασιά του σπιτιού των Borden. Η κυρία Adelaide Churchill, γειτόνισσα των Borden, πλησίασε τη Lizzie και τη ρώτησε τι συνέβαινε. Η Lizzie απάντησε ότι ο πατέρας της ήταν νεκρός στο σαλόνι, σκοτωμένος από κάποιον άγνωστο. Σε αντίστοιχη ερώτηση απάντησε ότι η ίδια βρισκόταν στον αχυρώνα, όπου είχε πάει να πάρει ένα σίδερο. Όσο για τη μητριά της, δεν ήξερε που βρισκόταν, καθώς είχε λάβει νωρίτερα ένα σημείωμα για να επισκεφτεί κάποιον άρρωστο, αλλά υπέθετε ότι μπορεί και αυτή να ήταν σκοτωμένη, καθώς κάποια στιγμή νόμισε πως την άκουσε να επιστρέφει. Μετά, συμπλήρωσε πως ο πατέρας της είχε μάλλον κάποιον εχθρό, καθώς όλοι είχαν αρρωστήσει και πίστευαν πως κάποιος είχε δηλητηριάσει το γάλα.

Στο μεταξύ ο Dr. Bowen επέστρεψε και έφτασε στο σπίτι μαζί με τη Bridget, που είχε πάει τα νέα στη φίλη της Lizzie. Ο γιατρός εξέτασε το πτώμα και ζήτησε ένα σεντόνι για να το σκεπάσει. Ο Borden είχε δεχτεί επίθεση με κάποιο αιχμηρό αντικείμενο, πιθανότατα τσεκούρι, και η ζημιά στο κεφάλι και στο πρόσωπό του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε ο γιατρός, γείτονας και φίλος χρόνων, δυσκολεύτηκε να τον αναγνωρίσει. Το κεφάλι του Borden ήτα ελαφρά στραμμένο προς τα δεξιά και μετρήθηκαν ένδεκα χτυπήματα στο πρόσωπό του. Ένα μάτι είχε κοπεί στη μέση και η μύτη του είχε αποκολληθεί. Τα περισσότερα χτυπήματα είχαν δοθεί στην περιοχή ανάμεσα στα μάτια και στη μύτη μέχρι τα αυτιά. Το αίμα ανάβλυζε ακόμα από τις πληγές και είχε πιτσιλίσει τον τοίχο, πάνω από τον καναπέ, το πάτωμα, καθώς και ένα κάδρο που κρεμόταν στον τοίχο. Ο Borden είχε δεχτεί επίθεση από πάνω και πίσω του, καθώς κοιμόταν.

Πέρασαν αρκετά λεπτά πριν σκεφτεί κάποιος να πάνε επάνω να κοιτάξουν αν η κυρία Borden είχε επιστρέψει. Η Lizzie επέμενε ότι την είχε ακούσει να μπαίνει και έστειλε τη Bridget να δει. Η κοπέλα αρνήθηκε να ανέβει μόνη της και τη συνόδευσε η Mrs. Churchill. Ανέβηκαν τη σκάλα και η Mrs. Churchill βρήκε την Abby να κείται σε μια λίμνη αίματος στον ξενώνα. Έτρεξαν κάτω και ενημέρωσαν τους υπόλοιπους.

Ο γιατρός ανακάλυψε πως η κυρία Borden είχε δεχτεί πάνω από δώδεκα χτυπήματα, όλα από πίσω. Η αυτοψία, αργότερα, μέτρησε δέκα εννέα, όλα στο κεφάλι, πιθανότατα από το ίδιο τσεκούρι που είχε σκοτώσει τον κύριο Borden. Το αίμα στα τραύματα της Abby ήταν ήδη σκούρο και πηχτό, γεγονός που υποδείκνυε πως είχε πεθάνει πριν τον σύζυγό της.

Ο Dr. Bowen ενεπλάκη υπερβολικά στις δραστηριότητες του σπιτιού τη μέρα των φόνων. Ήταν ο πρώτος που εξέτασε τα πτώματα, έστειλε τηλεγράφημα στην Emma να την καλέσει να επιστρέψει σπίτι, βοήθησε τον Dr. Dolan με τις νεκροψίες, έδωσε μέχρι και ένα ηρεμιστικό στη Lizzie. Ήταν μια διαρκής παρουσία στο σπίτι, και η ανάμιξή του με όλα τα πρόσωπα, ιδιαιτέρως στις 4 Αυγούστου, τον κατέστησε έναν από τους πρωταγωνιστές των συνομωσιών που αναπτύχθηκαν αργότερα γύρω από τους φόνους.

Το τηλεφώνημα στο αστυνομικό τμήμα του Fall River έγινε στις 11.15’. Καθώς, όμως, εκείνη τη μέρα ήταν το Ετήσιο Picnic του Αστυνομικού Τμήματος του Fall River, στο Rocky Point, όλη η δύναμη ήταν εκεί και διασκέδαζε. Ο αξιωματικός υπηρεσίας που δέχτηκε το τηλεφώνημα, έτρεξε μέχρι το σπίτι, είδε τον Borden νεκρό και επέστρεψε στο τμήμα για να ειδοποιήσει τον σερίφη της πόλης για τα γεγονότα. Δεν άφησε κανέναν υπεύθυνο να προσέχει τη σκηνή του εγκλήματος. Όταν έφυγε, οι γείτονες όρμησαν στο σπίτι, για να παρηγορήσουν τη Lizzie, να δουν τα πτώματα και να καταστρέψουν, άθελά τους, οποιαδήποτε ίχνη και στοιχεία θα μπορούσαν να υπάρξουν.

Κατά τη διάρκεια της μισής ώρας που στο σπίτι, και στη σκηνή του εγκλήματος, δεν υπήρξε αστυνομική παρουσία, ένας επαρχιακός γιατρός, που ονομαζόταν Dolan, πέρασε τυχαία από το σπίτι. Ο γιατρός Bowen τον «αγγάρεψε» να εξετάσει κι αυτός τα πτώματα. Ο Dolanτο έκανε, και όταν άκουσε τις υποψίες περί δηλητηριασμένου γάλακτος, πήρε δείγμα για να το αναλύσει. Αργότερα το ίδιο απόγευμα, έβαλε να φωτογραφήσουν τα πτώματα και στη συνέχεια αφαίρεσε τα στομάχια και τα έστειλε, μαζί με το γάλα, στην Ιατρική Σχολή του Harvard, για τοξικολογική εξέταση. Δεν βρέθηκε ούτε ίχνος δηλητηρίου.

Η έρευνα για τους φόνους που ακολούθησε ήταν χαοτική. Η αστυνομία ήταν εντελώς απρόθυμη να θεωρήσει τη Lizzie ύποπτη για τις δολοφονίες, καθώς κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο με την επικρατούσα κοινωνική άποψη της εποχής, ότι δηλαδή, μια γυναίκα σαν αυτή δεν θα μπορούσε να έχει διαπράξει ένα τόσο ειδεχθές έγκλημα. Άλλες υποθέσεις που έγιναν, έπεσαν στο κενό ως ακόμη πιο απίθανες.

Μια σωρεία ενδείξεων που ανακαλύφθηκαν τις επόμενες ημέρες δεν οδήγησαν πουθενά. Ένα αγόρι ανέφερε πως είχε δει έναν άντρα να πηδάει τον πίσω φράχτη της ιδιοκτησίας των Borden και, αν και βρέθηκε ένας άντρας ο οποίος ανταποκρινόταν στην περιγραφή του παιδιού, είχε ακλόνητο άλλοθι. Ένα ματωμένο τσεκούρι ανακαλύφτηκε σε έναν αχυρώνα, αλλά αποδείχτηκε πως το αίμα ανήκε σε κοτόπουλο. Αν και η Bridget θεωρήθηκε, για ένα διάστημα, ύποπτη, τελικά το ερευνητικό και ανακριτικό έργο επικεντρώθηκε στη Lizzie. Άρχισε να στήνεται η υπόθεση εναντίον της, χωρίς όμως σαφείς ενοχοποιητικές ενδείξεις όπως, ματωμένα ρούχα, ουσιαστικό και αληθοφανές κίνητρο για τις δολοφονίες ή, έστω, μια πειστική αναπαράσταση για το πώς και πότε πραγματοποίησε τους φόνους.

Κατά τη διάρκεια των εβδομάδων που ακολούθησαν, όμως, οι αστυνομικοί κατάφεραν να συνθέσουν μια σειρά από γεγονότα τα οποία, σίγουρα, έριχναν τις υποψίες πάνω στην «γεροντοκόρη» δασκάλα του Κατηχητικού. Η χρονική περίοδος αυτών των γεγονότων εκτεινόταν ανάμεσα στις 3 Αυγούστου, παραμονή των φόνων, μέχρι τις 7 Αυγούστου, μέρα που η Alice Russell είδε τη φίλη της να καίει ένα φόρεμα το οποίο θα μπορούσε (ή όχι) να είναι λερωμένο με αίμα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ