Βιογραφιες Προσωπων

«Μόλις της φέρανε της Σαλώμης την κεφαλή του Ιωάννη, αυτή όντως έκανε το αναμενόμενο: φίλησε τα χείλη σα λυσσασμένη, έγλειψε το αίμα με άφατη ηδονή. Το κακό είναι πως, αν κανείς γλείψει αίμα από κομμένο λαιμό, δεν πάψει ποτέ του να το θέλει, όλο και περισσότερο, με δίψα ακόρεστη που τελειώνει μόνο με τον θάνατο. Η Σαλώμη άφησε το παλάτι, φόρεσε κουρέλια και βγήκε στις αμμουδιές της Γενισαρέτ. Πλάγιαζε με τους πάντες: ψαράδες, εμπόρους, περαστικούς, ζητιάνους, κι όταν τέλειωναν μέσα της ανίσχυροι από την έκρηξη της καύλας, τους καλοέκοβε το κεφάλι και έγλειφε λαίμαργα τον κομμένο λαιμό. Πρέπει ωστόσο να ασκούσε τρομερή γοητεία γιατί κανείς δεν την απέφευγε, ίσα-ίσα είχε γίνει ο θρύλος της Θάλασσας της Γαλιλαίας: κατά χιλιάδες έφταναν για να δοκιμάζουν το θανατηφόρο αγκάλιασμα της. Καθώς μάλιστα είχε αφήσει γένια κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πως ήταν η κόρη της Ηρωδιάδας. Σε όσους τη ρωτούσαν απαντούσε, ποιος ξέρει γιατί, πως την έλεγαν και πως ήτανε γιος ξυλουργού.»

«Κάποτε οι άνθρωποι επινόησαν το τραγικό (ή: κατέφυγαν στο τραγικό) για να ισορροπήσουν τη ματαιότητα τους.»

«Ο νους του ανθρώπου αρέσκεται στο να επινοεί φρικωδίες. Έχει επινοήσει την Κόλαση, έχει επινοήσει τον προορισμό για την Κόλαση, έχει φανταστεί τις πλατωνικές ιδέες, τη Χίμαιρα, τη Σφίγγα, τους μη ακέραιους βαθμούς ισχύος (όπου το μέρος δεν είναι λιγότερο πλήρες από το όλον), τα προσωπεία, τους καθρέφτες, τις όπερες, την τερατολογική Αγία Τριάδα, τον Πατέρα, τον Υιό και το ανεξήγητο Πνεύμα, συναρθρωμένες σε μία και μόνη οντότητα.»

Ο ντε Σαντ

Οι αντιφάσεις του (αντιφάσεις πάνω στις οποίες έπλεξε ο ίδιος τον ιστό του θρύλου του) μας ξεπερνούνε – ή ξεπερνούνε τον κάθε καιρό που παλεύει να τον υποδεχτεί. Τον λογάριασαν για το «πιο ελεύθερο πνεύμα της ιστορίας» (Απολινέρ) – κι ήταν αυτός που έγινε ιεροκήρυκας της σκλαβιάς του άλλου, της ταπείνωσης του άλλου, της βίας και του φόβου επί του άλλου. Υπήρξε ορκισμένος αντιχριστιανός – μα κανένας δεν ντελάλισε τη χριστιανική ζεύξη ενοχής-ηδονής όσο αυτός. Ήταν ένα τέκνο του Αιώνα των Φώτων – μα άντλησε την περί ηδονής οπτική του από το φαντασιακό του πιο πηχτού Μεσαίωνα.

Υποτίθεται πως λάτρεψε το σώμα – μα επέμεινε πως αυτό το σώμα μπορεί να χαλαστεί από έναν ισχυρό που θα εφαρμόσει τον φυσικό νόμο επί ενός αδυνάμου. Θέλησε μανιασμένα να πολεμήσει τον Θεό – κι ήταν αυτός που ανήγαγε την έννοια του Αφέντη ως κεντρικό υποκείμενο της «Φύσης» και της ηδονής. Σιχάθηκε τον όλεθρο των θρησκειών – μα, αν τον διαβάσουμε κατά γράμμα, διακήρυξε το ζέψιμο των ανθρώπων σ' ένα εξίσου ολέθριο ανθρωποδιορθωτικό σύστημα. Έτσι αυτόν, τον προγραμματικά αντίθεο, οι οπαδοί του τον ονόμασαν «θεϊκό μαρκήσιο» και διάλεξαν (Γκρος) να βάλουν το βιβλίο του πλάι στη φονική Βίβλο. Άλλοι πάλι, εμπειρότεροι στη μηχανή του τρόμου (Παζολίνι), είδαν πίσω από το φαντασιοκόπημά του ένα στρατόπεδο, ενώ άλλοι (Κλοσόφκσι, Μπλανσό), αφού βάφτηκαν με τα χρώματα του πολέμου του (του τρόμου του), έφτασαν ώς την αυτοαναίρεση ως (μοναδική;) πιθανότητα ερμηνείας του.

Το βέβαιο είναι πως εδώ και δύο αιώνες συνιστά μίαν απροσπέλαστη διανοητική πλεκτάνη (την οποία ο ίδιος έστησε). Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς των αιώνων – απ' αυτούς που κολλούνε στη συνείδηση σα βδέλλα, ακριβώς γιατί την κυκλώνουν, γιατί παίζουν με τη διανοητική της συγκρότηση, γιατί τη ζυγίζουν σε μίαν αλλόκοτη παλάντζα όπου δεν καλοξέρεις ποιος αποφασίζει γι' αυτό που θέλεις. Αν λογαριαστεί ως κάτι πέρα από παραμυθάς (και στον κοσμοδιορθωτικό 20ό αιώνα ως τέτοιος κυρίως λογαριάστηκε), ο αντι-ανθρωπισμός του συναγωνίζεται τα μεγαλύτερα κηρύγματα μίσους της ιστορίας: την Αποκάλυψη, το Malleus Maleficarum, το Mein Kampf.

Τον φυλάκισαν, τον εξόντωσαν και αφάνισαν τα τελευταία βιβλία του οι φυσικοί του σύμμαχοι, αυτοί από τους οποίους βύζαξε τον τρόμο: οι Χριστιανοί. Το έρεβος των τρομερών ιστοριών του μαγεύει ακριβώς διότι μοιράζεται ως μυστήριο, ως Θεία κοινωνία: Δεν υπάρχει στην ιστορία των ιδεών αντίθεος συγγραφέας που να λογαριάστηκε τόσο ιεροφάντης όσο αυτός. Κι από το μεγαλειώδες όσο και φοβερό (με την κυριολεκτική σημασία της λέξης) Κάστρο (ή και Πύργο: Schloß) του Χριστιανισμού, εκείνος, ο Ντονασιέν-Αλφόνς-Φρανσουά Μαρκήσιος ντε Σαντ, δεν άνοιξε την πόρτα της εξόδου – άνοιξε την πόρτα του υπογείου.

Στην αφήγησή του -ή στο κήρυγμά του- η δοξολογία της ενοχικής ηδονής που γεννάει η βία επί του σώματος είχε τόσο αχαλίνωτο έρεβος και τόσο αλυχτισμένην οργή, που οι Χριστιανοί δεν κατάλαβαν ότι ο κόσμος του ήσαν ο κόσμος τους, και κυριολεκτικά τον σάπισαν στη φυλακή. Ο ντε Σαντ είναι μια διανοητική διαδρομή στην καρδιά της χριστιανικής απαγόρευσης. Σ' αυτή τη διαδρομή, όση βία εφαρμόστηκε πάνω του, τόσο βιαιότερη ήταν η συγγραφική του ορμή προς το έρεβος της θεολογημένης συνείδησης. Είχε το δαιμονικό ταλέντο και τη συναισθηματική τόλμη να τραβήξει την αντίφασή του πέρα από το όριό της – βαναυσότερα από καθέναν μέχρι τα χρόνια του (μονάχα ο Νίτσε τον επανέλαβε, ίσως ενσωματώνοντας το τραγικό σ' αυτόν το δρόμο). Διεκδικώντας να ηδονιστεί με τον χριστιανικό τρόμο, ξαναντελάλισε τον τρόμο των αιώνων.

Ο ντε Σαντ είναι ένα χριστιανικό μυστήριο: ποτέ άλλοτε στην ιστορία των ιδεών δεν υπήρξε αγριότερος εχθρών των κοσμοδιορθωτικών θρησκειών του μίσους (που τις ονομάζουν «αγάπη») – και συνάμα ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε αφήγηση με σταλαγμένο τόσο βυζαγμένο χριστιανικό μίσος, ούτε ποτέ άλλοτε δεν περιεγράφηκε με τόσο πάθος η επιβολή ως ηδονή, η βία του ανθρώπου προς τον άνθρωπο ως Φύση. Ο ντε Σαντ είναι ένας από τους μεγαλύτερους φαντασιοκόπους της ιστορίας -και συνάμα ένας από τους μεγαλύτερους φασίστες της ιστορίας (δεν είναι δα η πρώτη φορά που αυτά τα δυο πηγαίνουν μαζί- σκέψου έναν άλλο δεινό φαντασιοκόπο -εκ του αποτελέσματος τον δεινότερο της Ιστορίας- που εν Πάτμω εστάθη επί ακτήν θαλάσσης).

Κάθε ένας που γράφει για τον ντε Σαντ βρίσκεται εκτεθειμένος στην ίδια παγίδα: να μιλήσει για τον φαντασιοκόπο (για τον συγγραφέα) λογαριάζοντάς τον ως πολιτικό φιλόσοφο (ως ηθικό ιεροκήρυκα). Δεν είναι εύκολο ν' αντισταθείς στην τρομερή γοητεία μιας τόλμης που μπορεί να στηριχτεί από μόνη της, δίχως καμιάν ιδέα ν' αντέχει να την υποστυλώσει. Μα όποιος μεταφέρει το αναπόφευκτο θάμπωμά του από τον συγγραφέα στον φιλόσοφο-ιεροκήρυκα δοξάζοντας το κοσμοσύστημά του (όπως έκανε ο κόσμος κι ο ντουνιάς – σχεδόν ολάκερη η πρωτοπορία του 20ού αιώνα) σφάλλει παρόμοια μ' αυτούς που μηδενίζουν τον συγγραφέα αηδιασμένοι με τον ιεροκήρυκα.

Ωστόσο, αν θέλουμε να μετέχουμε στην πνευματική περιπέτεια (πλεκτάνη) που ονομάζεται ντε Σαντ και να μη μηρυκάσουμε πολιτικούς λιβέλους και ύμνους, έχουμε να παλέψουμε με τούτα τα δυο ξεχωριστά: όπως ξεχωριστά βλέπουμε (ή βλέπω εγώ τουλάχιστον) την τέχνη της Ιλιάδας (που, αναμφίβολα, εκκινεί την ανθρώπινη αφηγηματική περιπέτεια) και ξεχωριστά το κοσμοσύστημα που προτείνει η Ιλιάδα (τη δοξολογία τού κόψε-κόψε, την απαρχή του κόσμου όπου η πτωματόστρωση είναι η μοναδική επιλογή της ιστορίας). Αλίμονο: μόνον οι αφηγήσεις με μαγεύουν πια – και κάθε αφήγηση γυρεύει να με ισιάξει.

Αυτό το ξεχώρισμα συγγραφέα και ηθικού ιεροκήρυκα, ειδικά στον ντε Σαντ, δεν είναι διόλου εύκολο – για την ακρίβεια, είναι εξαιρετικά ακροβατικό: η αφήγησή του, το φαντασιοκόπημά του, το παραμύθι του Σαντ (αν έτσι ακούγεται σαφέστερο) αρθρώνεται με όρους κηρύγματος. Η φόρμα του είναι ένα υβρίδιο φιλοσοφικής τερατολογικής παρωδίας, φιλοσοφικής αλληγορίας και (ψευδοπλατωνικού) ψυχαγωγικού διαλόγου: το κείμενό του διαρκώς παρεκτρέπεται, εξοκέλλει, αλληλοδιαδέχεται τον εαυτό του, εξαγγέλλει «διανοητικές επιδημίες», επί της ουσίας αλλάζοντας ανάσες και βηματισμούς, παίζει ένα αδιάκοπο κρυφτό με τη συνείδηση του αναγνώστη του.

Στο τέλος δεν καλοξέρεις τι διάβασες και γιατί το διάβασες, μα είσαι λαχανιασμένος από το παιχνίδι – που σημαίνει πως βγήκες κι εσύ πίσω απ' το θάμνο σου για να τα φτύσεις. Κάποτε βρίσκεσαι αλαφιασμένος, τρομαγμένος με το κείμενο στα χέρια – νιώθεις ενοχή, θαρρείς, να το κρυφοκοίταξες ενώ το διάβαζες. Ο ντε Σαντ (και για αυτό είναι ανεπανάληπτος συγγραφέας) σου έχει μεταθέσει την αντίφασή του.

Η Καύλα

Είθισται ο ντε Σαντ να ζυγώνεται με όρους λυρικούς. Είναι η αλήθεια πως αυτό βολεύει· το διανοητικό άπλωμα πάνω στη μεγάλη αντίφαση του φαντασιοκοπήματός του οδηγεί (περίπου επιτακτικά) σε διανοητικές αναγούλες: αφηγητής και κείμενο αλληλοερεθίζονται, ο αναγνωστικός «ορίζοντας προσδοκίας» από νωρίς εγκαταλείπεται, η ανάγνωση γίνεται ενοχή (άρα παύει να είναι ανάγνωση και έχει γίνει υλικό συντελούμενης αμαρτίας και επικείμενης εξομολόγησης), αυτό που εν τέλει απομένει είναι κάτι που τάχα εγκαταλείφθηκε ως πνευματικό κατακάθι – και φυσικά ένα τέτοιο σύμπλοκο δεν προσφέρεται να υποστηρίξει καμιά λογικά στρατευμένη ανάγνωση (που λογαριάζει την αντίφαση για πνευματικό ελάττωμα, για κουσούρι), μήτε βολεύει κανέναν φιλόσοφο που γυρεύει στην ανθρώπινη φαντασία την επιβεβαίωση της κοσμοδιόρθωσης που προτείνει.

Έτσι, μετά τη μούγγα ενός ολόκληρου αιώνα (του 19ου), στον (διόλου σύντομο και πολύ κοσμοδιορθωτικό) 20ό αιώνα τα ωραία (και συνήθως αδειανά) λόγια περίσσεψαν για την περίπτωση του ντε Σαντ, τις περισσότερες φορές πλεγμένα μ' έναν ανερμάτιστο βερμπαλισμό. Αν ωστόσο γυρέψουμε να αναμετρήσουμε (όσο μπορούμε) τη σαντική αντίφαση και ν' αναμετρηθούμε μαζί της (είτε τη λογαριάζουμε για φαντασιοκόπημα, είτε την προσλαμβάνουμε ως μανιφέστο), έχουμε να πάμε πολύ πιο πέρα από τα λόγια του ενθουσιασμού (ή και της αηδίας) και να δούμε τους όρους με τους οποίους υφαίνεται η διανοητική πλεκτάνη του ντε Σαντ: Μ' άλλα λόγια, να δούμε το πώς εκείνος προσδιόρισε με λέξεις τον πόνο, το βασανισμό, το φόνο, την ταπείνωση, την εκμηδένιση του άλλου ως προαπαιτούμενα για την ηδονή, τον σεξουαλικό και πνευματικό ερεθισμό και τη σεξουαλική έκσταση, δηλαδή αυτό που με μια λέξη ονομάζουμε καύλα.

Εκεί εξάλλου φωλιάζει και ο βαθύτερος πυρήνας όλης της γοητείας και της φρίκης της χωροκατακτητικής αφήγησης του ντε Σαντ – που δεν είναι άλλος από τη ζεύξη δυο αντιθετικών ροπών, ενός φυσικού ενστίκτου και μιας διανοητικής κατασκευής: της καύλας και της τιμωρίας.

Η καύλα (σε αντίθεση με την πείνα, το φόβο, την αναμονή του θανάτου, τη νοσταλγία, το μίσος) είναι η μοναδική ανθρώπινη λειτουργία που δεν μπορεί να γίνει διδαχή, να ενταχτεί σ' ένα θεολογικό Σχέδιο Σωτηρίας. Η καύλα είναι μια ανθρώπινη κατάσταση όπου δεν λογαριάζεται ο θάνατος ως τιμωρία για μια παλιά αμαρτία – άρα η καύλα είναι ένας χρόνος πέρα από το φόβο. Οι αιώνες του χριστιανισμού είναι οι αιώνες του διωγμού της καύλας: από το βιβλίο της Γένεσης μέχρι το Malleus Maleficarum, ο χριστιανισμός (αλλά και κάθε άλλη κοσμοδιόρθωση) ονόμασε τη καύλα αμαρτία που θα ακολουθηθεί από μια τιμωρία. Η τιμωρία είναι διανοητική επινόηση των ανθρώπων, μια πυρηνική αυτοθέσμιση, που είτε ερμηνεύει το θάνατο, τον πόνο, τα δεινά της ζωής (τιμωρία του Αφέντη επί των πρωτόπλαστων), είτε αποκαθιστά την τάξη του κόσμου (κάθαρση της αρχαίας τραγωδίας).

Η τιμωρία (όπως όλες οι θεσμίσεις) διδάσκεται για να καταστείλει τις αδίδακτες ανθρώπινες καταστάσεις (τη καύλα, τη μελαγχολία, τον έρωτα, τη θλίψη).

Η διανοητική (αφηγηματική) πλεκτάνη του ντε Σαντ είναι το ότι συνειδητά και στοχοθετημένα, με ορμή όχι μόνο ακατάπαυστη αλλά και όλο πιο πολλαπλασιασμένη, έσμιξε την ηδονή (τη καύλα) με την τιμωρία, την έζεψε στον ενοχικό τρόμο μιας θρησκείας που πολέμησε την ηδονή – επί της ουσίας, στον τρόμο ενός κόσμου όπου κουμάντα κάνει ο Αφέντης-Τιμωρός. Στην ιστορία των ιδεών κανείς άλλος δεν προχώρησε τούτα τα δύο βιβλία του μίσους (την Αποκάλυψη και το Σφυρί των Μαγισσών) συνδέοντας τη καύλα με τη σκλαβιά (το φόβο, το μίσος, την τιμωρία, τη βία, την επιβολή) όσο ο ντε Σαντ. Αν δεν υπήρχε, οι παπάδες έπρεπε να τον είχαν εφεύρει, κανείς αντιχριστιανός δεν έδωσε τέτοια πλάτη στο Χριστιανισμό στον αδιάκοπο πνευματικό αγώνα του να λογαριάσει το γυναικείο σώμα ως φύρα στη βία της εξουσίας -κι ήταν ο πρώτος αντιχριστιανός που έντυσε την ελευθερία από τον Θεό με τις αλυσίδες και τα μαστίγια της βίας ενός Αφέντη- δικαιώνοντας όλους τους θεολόγους της ιστορίας. Οι 120 μέρες στα Σόδομα, το δεύτερο βιβλίο της Ιουστίνης, η Ιουλιέτα, η Φιλοσοφία στο Μπουντουάρ, είναι το Malleus Maleficarum γυρισμένο ανάποδα – εντέλει, το δικαιώνουν.

Έχει γίνει μεγάλη συζήτηση για τις πράξεις που βιάζουν τον άλλον – μια πράγματι εξόχως ηλίθια συζήτηση για το ποια σεξουαλική πρακτική μάς βιάζει ή μας ταπεινώνει. Και μόνο το ότι μιλούνε για πράξεις που βιάζουν αποδείχνει πόσο απροσπέλαστα χριστιανικά είναι τα αντανακλαστικά μας. Φυσικά και δεν υπάρχει πράξη που να μας βιάζει ή να μας ταπεινώνει εφόσον καυλώνει όλους όσους συμμετέχουμε σ' αυτήν, εφόσον όλοι όσοι είμαστε μέσα την αποδεχόμαστε και την επιζητούμε ως καύλα. Ο βιασμός και η ταπείνωση είναι υπόθεση που εξαρτάται όχι από την πράξη αλλά από την ανθρώπινη διάθεση έναντι της πράξης – και προσδιορίζεται πάντοτε από τη μη συναίνεση του βιαζόμενου.

Εφόσον υπάρχει συναίνεση (την οποία είναι τουλάχιστον άσκοπο να εξειδικεύουμε ως ελεύθερη – δεν υπάρχει «μη ελεύθερη συναίνεση»), δεν υπάρχει πράξη που να βιάζει ή να ταπεινώνει. Αν δεν υπάρχει συναίνεση για μια πράξη, η πράξη αυτή συνιστά βιασμό – ακόμη κι αν είναι το γλυκύτερο χάδι. Η καύλα του καθενός μας είναι ολότελα προσωπική υπόθεση: αναπτύσσεται στον πιο στενό πυρήνα της ατομικότητάς μας και ως τέτοια δεν μπορεί να οριοθετηθεί, να υπαχθεί σε καμιά θεωρία, να κανονιστεί, να συστηματοποιηθεί.

Ο ντε Σαντ βάζει μέσα στη καύλα (στην ηδονή) δύο χριστιανικές ντρόγκες: την ταπείνωση και την τιμωρία. Στον κόσμο που πλάθει, οι άνθρωποι ηδονίζονται όταν ταπεινώνουν διότι πιστεύουν στην ταπείνωση και στην τιμωρία. Στα υπόγεια του κάστρου ο ντε Σαντ βρήκε τους πιο αλαλαγμένους χριστιανούς έτοιμους να κατανοήσουν τη καύλα ως τιμωρία, ως πόνο, ως φόνο, ως κακία – μ' άλλα λόγια, έβγαλε στη σκηνή ανθρώπους έτοιμους να τιμωρήσουν, να βασανίσουν για να ηδονιστούν, να σκοτώσουν για να κυριαρχήσουν, κατά παραγγελίαν του Αφέντη τους, κατ' εικόνα του Αφέντη τους, καθ' ομοίωσιν του Αφέντη τους.

Σε 'κείνο το υπόγειο με τα όργανα του βασανισμού γύρω από τα σώματα, κάπου εκεί, ο Μαρκήσιος ντε Σαντ συναντήθηκε με τους αναγνώστες του – μαζί μας.

Η Αφήγηση

Ήταν ο μεγαλύτερος συγγραφέας του αιώνα του και, για μένα τουλάχιστον, ένας από τους (δέκα;) μεγαλύτερους αφηγητές της αιώνων της Δύσης. Γιατί; Στα σίγουρα όχι γιατί πλήρωσε την τρομερή φαντασιοκοπία του με φυλακή και με αργό θάνατο (δεν ήταν ο μόνος κι ούτε αρκεί αυτό), ούτε φυσικά γιατί έγραψε χιλιάδες σελίδες σε εξαιρετικά γαλλικά (και πάλι δεν ήταν ο μόνος -και πάλι δεν αρκεί αυτό) ή γιατί αποτύπωσε τη σκοτεινή αγριότητα αυτού που υστερότερα ονομάστηκε σαδισμός (αυτό του δίνει μια θέση στα βιβλία των ψυχιάτρων/ψυχόμπατσων- στους οποίους, παρεμπιπτόντως, διόλου δεν πιστεύω).

Ο ντε Σαντ, λοιπόν, είναι μοναδικό κι ανεπανάληπτο όριο της λογοτεχνίας γιατί πετυχαίνει την αναγνωστική έλξη διά της ηθικής τρομοκρατίας του αναγνώστη – δηλαδή ουσιαστικά για τον ίδιο λόγο που είναι όριο της λογοτεχνίας η τρομοκρατική (και εξίσου φασιστική ως κήρυγμα) Αποκάλυψη. Ο ντε Σαντ είναι μοναδικό κι ανεπανάληπτο όριο της λογοτεχνίας γιατί το φαντασιοκόπημά του είναι μια υβριδική αφήγηση ηθικών ορμών, ένα τεχνουργημένο πλέγμα αντιφάσεων όπου όχι μόνο τα υπάρχοντα όρια καταργούνται, αλλά τα πάντα δείχνουν επισφαλή.

Γιατί παίζει όλων των λογιών τα συνειδησιακά παιχνίδια: με την ηδονοβλεπτική επιθυμία του αναγνώστη, με την έλξη του απαγορευμένου, με την ηδονή του φόβου – δηλαδή κάνει ένα διαρκές γκελ με τη χριστιανική ενοχή. Γιατί κυκλώνει την (κατά το Διαφωτισμό) άσπιλη συνείδηση με τη χριστιανική παράδοση του κακού, πιτσιλώντας με άγριο αίμα τις ειδυλλιακές (βαρετές) ευτοπίες. Γιατί μαζί με την ηθική του αντίφαση μεταθέτει σ' αυτόν που διαβάζει και την ηθική ευθύνη για όσα εκείνος σκέφτηκε για λογαριασμό, θαρρείς του αναγνώστη. Γιατί εμβόλισε στη λογοτεχνία κάτι που είναι πολύ μεγαλύτερο από το σαδισμό, κάτι που αποδείχτηκε πολύ ανθεκτικότερο από το ρομαντισμό: την ηθική παρενδυσία.

Νομίζω πως δεν υπάρχει συγγραφέας στην ιστορία της λογοτεχνίας που να πέτυχε τέτοιο ολοκληρωτικό κρυφτό με τη συνείδηση του αναγνώστη του (στις άλλες δύο περιπτώσεις που η συνείδηση πλήττεται παρόμοια, στον Πόου και στον Ντοστογιέφσκι, θαρρώ πως δεν έχουμε παιχνίδι μα κάτι άλλο). Τούτο το κρυφτό δεν γίνεται με όρους ενός φιλολογικού-κειμενικού παιχνιδιού – γίνεται με όρους ηθικής επιβίωσης. Ένα μόνο (διάσημο ωστόσο) παράδειγμα: το παρενδυτικό παιχνίδι του Θανατερού με την Ιουλιέτα (του ομότιτλου μυθιστορήματος φυσικά), που προσφέρεται θαρρείς ως διανοητικό χωνευτικό μετά από ένα όργιο βασανισμών, φόνων και των ανθρωποφαγιών που έχουν διαπράξει.

Σε μία μόνο ημέρα τα δύο «τέρατα της απόλαυσης» παντρεύονται ντυμένοι στο αντίστροφο του φύλου τους έναν άντρα και μια γυναίκα και κατόπιν με τα πραγματικά τους φύλα παντρεύονται δυο άλλους παρενδεδυμένους. Διακηρυγμένος στόχος του παιχνιδιού: να μολυνθεί η βεβαιότητα της συζυγικής ιδιοκτησίας – της ιδιοκτησίας ανθρώπων. Μα φυσικά το περιστατικό (που μοιάζει με ανακουφιστικό διάλειμμα στα απίστευτα φορτία σαντικής ηδονής, πόνου και αίματος) είναι κάτι πολύ περισσότερο από διακήρυξη, καθώς ουσιαστικά σχηματοποιεί και τη στοχοθεσία ολόκληρης της σαντικής αφήγησης: τη συνειδησιακή αποδόμηση της ταυτότητας, μια ηθική αποπροσωποποίηση που γίνεται με το αδιάκοπο (χριστιανικό) παιχνίδι των διαδοχικών ενοχών.

Η αφήγησή του ένα ανεξέλεγκτο υβρίδιο: ως προς το είδος, ως προς την ορμή, ως προς τη φόρμα, ως προς τον ηθικό (ή και ηθικιστικό) αυτοπροσδιορισμό τους – κυρίως αυτό. Μια επικράτεια αχανής (πάνω από 50 διασωσμένα βιβλία – και άλλα περίπου 20 κατεστραμμένα κι οριστικά χαμένα, γραμμένα τα περισσότερα στο τελευταίο διάστημα του εγκλεισμού του στο Άσυλο του Σεραντόν, ανάμεσά τους και το δεκάτομο μυθιστόρημα Τα Ταξίδια της Φλορμπέλ), κάτι σαν τοξικός βάλτος που αυξάνεται, που θαρρείς τρέφεται από σένα τον ίδιο: περίπου μυθιστορήματα, περίπου νουβέλες, περίπου φιλοσοφικοί διάλογοι που διασπώνται από περίπου θεωρητικές μπροσούρες, περίπου εγκυκλοπαιδικές συναγωγές, περίπου αυτοβιογραφία και περίπου παραβολή.

Ο ίδιος άνθρωπος που στον Πρόλογο του Εγκλημάτων του Έρωτα (αφού δηλώνει ψευδώς πως ποτέ του δεν έγραψε την Νέα Ιουστίνη) ξεκαθαρίζει πως σκοπός του είναι «να ζωγραφίζει το έγκλημα γυμνό, για να το φοβηθεί και να το σιχαθεί ο κόσμος», πέντε χρόνια νωρίτερα, στον Πρόλογο της Φιλοσοφίας στο Μπουντουάρ, διακηρύττει τη μίμηση των ηρώων του ως μοναδική οδό ευτυχίας, για «να σπαρθεί με ρόδα το αγκαθερό μονοπάτι της ζωής». Και στις δύο περιπτώσεις φαινομενικά ηθικολογεί – στην ουσία παίζει το εσωτερικό παιχνίδι της αφήγησής του: την αδιάκοπη υπονόμευση της ηθικής οπτικής αφηγητή και αναγνώστη, ένα mind game όπου όλοι μαζί αντάμα προχωρούμε, πηγαίνοντας όχι προς μια έξοδο αλλά προς το κέντρο.

Παρόμοια υβριδική είναι και η στοχοθεσία της σαντικής αφήγησης: να τρομάξει η να ηδονίσει, να φαντασιοκοπήσει ή να διδάξει, να σκλαβώσει ή να ελευθερώσει, να περιγράψει ή να οραματιστεί – είναι προφανές πως συνιστά συγγραφική επιλογή να μην μπορεί κανείς να διαλέξει. Συνάμα είναι και ηθικό υβρίδιο, ένα αλλόκοτο μείγμα ακραίας (απενοχοποιητικής;) ελευθεροστομίας και ακραίας προσχώρησης στον χριστιανικό τρόμο. Ο ντε Σαντ δίχως τον υβριδικό χαρακτήρα της ηθικής εμπλοκής συγγραφέα και αναγνώστη θα ήσαν μια εγκυκλοπαιδική συναγωγή παραδοξοτήτων.

Και πάλι στον Πρόλογο των Εγκλημάτων του Έρωτα, ο ίδιος ο ντε Σαντ περιγράφει την αντίφασή του με εκπληκτική σαφήνεια: «Ο κάθε άνθρωπος κυριαρχείται από δύο ροπές που προσδιορίζουν την ύπαρξή του. Όπου κι αν βρεθεί, θα προσεύχεται και θ' αγαπάει». Να ποια είναι η αφετηρία κάθε μυθιστορήματος μες στους αιώνες. Σ' αυτές τις δύο ροπές δομήθηκε και η σαντική αντίφαση (η σαντική πλεκτάνη): ο χριστιανικός τρόμος και η ανάγκη για τιμωρία από τον αφέντη φώλιασαν στον πυρήνα της καύλας.

Ο ντε Σαντ είναι ένας πειραγμένος χριστιανός συγγραφέας – κι οι πειραγμένοι συγγραφείς μας λιγώνουν (χρησιμοποιώ τη λέξη με τον ίδιο τρόπο που μιλούμε για πειραγμένη μηχανή στα αυτοκίνητα – ας πούμε, πειραγμένος χριστιανός είναι κι ο Νίτσε εκατό χρόνια αργότερα). Χωνεύει μέσα του τη φαντασιοκοπία του Διαφωτισμού επί του μεσαιωνικού τρόμου – στην ουσία, επί του χριστιανικού τρόμου που ταχτάρισε μέσα του το Μεσαίωνα.

Ο ντε Σαντ βυζαίνει τον κόσμο του από τη θηριολογία που ξεκινάει από την Αποκάλυψη του Ιωάννη και φτάνει μέχρι τα εγχειρίδια οδηγιών της Ιερής Εξέτασης – δίχως την Κόλαση του Δάντη δεν θα υπήρχε ποτέ. Μιλώντας απερίφραστα για τον πόνο, ουσιαστικά διεκδίκησε όσο κανένας συγκαιρινός του το δικαίωμα να μιλούμε για τον εαυτό μας. Φαινομενικά είναι ένας ορκισμένος αντιχριστιανός που απευθύνεται σε καταπιεσμένους χριστιανούς γαργαλεύοντας τα χριστιανικά τους απωθημένα. Μα, λογαριάζοντας τον πόνο ως τιμωρία και συνδέοντας την ηδονή με την αποδοχή της αμαρτίας, ουσιαστικά αποδέχεται την αμαρτία – το ότι χρειάζεται φράχτης για να κοιτάξουμε περ' απ' αυτόν. Ουσιαστικά, τούτο το ζεύγμα μοιάζει μ' ένα σκύλο που τρέχει να δαγκώσει την ουρά του – κάποτε με σκορπιό που αυτοθανατώνεται.

Το πόσο βαθύς χριστιανός είναι ο ντε Σαντ φαίνεται και στο ότι είδε τα σωματικά υγρά ως απώτατη ντροπή, ως τιμωρία. Όταν χύνει μέσα στη «Θεία Κοινωνία» για να τη μιάνει, για να την ξεφτιλίσει, ουσιαστικά αποδέχεται όλη τη χριστιανική απανθρωπιά που λογαριάζει το σπέρμα ως κάτι μιαρό. Οι 120 μέρες στα Σόδομα δεν ήταν τίποτε άλλο από μια επιτομή χριστιανικών και παραχριστιακών μαρτυρίων και ιεροεξεταστικών μεθόδων υπό τον μανδύα των αυτόνομων διαδοχικών επεισοδίων – μου θυμίζει την επίδειξη των οργάνων βασανισμού που έκανε επί τρεις ημέρες η Ιερή Εξέταση στα υποψήφια θύματά της. Οι ψυχόμπατσοι όλων των αιώνων δεν μπορούν παρά να τον λατρεύουν. Ο ντε Σαντ πιστεύει στην αφήγηση της σκλαβιάς, ζει μέσα της αφηγείται κοινωνώντας το ζόφο της, κατεβαίνει στα έγκατα για να λογαριάσει τις ανθρώπινες εκκρίσεις (το αίμα, τα σκατά, τα χύσια) ως βρωμιές που ταπεινώνουν (κι ας είναι τα υγρά που συνεχίζουν κι ανακυκλώνουν την ζωή).

Η εμμονή του ντε Σαντ στη (συνειδητή) χριστιανοποίηση της αφήγησής του αποτυπώνεται και πιστοποιείται σ' όλη της την έκταση στα δύο εμβληματικά μυθιστορήματά του που ουσιαστικά συνιστούν και τον πυρήνα του σωζόμενου έργου του: την Ιουστίνη και την Ιουλιέτα. Η Ιουστίνη (δημοσιευμένη σε δύο τόμους, ο πρώτος με τίτλο Ιουστίνη ή οι Ατυχίες της Αρετής το 1791 και ο ανώνυμος δεύτερος με τίτλο Νέα Ιουστίνη ή οι Δυστυχίες της Αρετής, το 1797) ξεκινάει ως μια (φιλοσοφική παρά ηθολογική) παρωδία θρησκευτικού μαρτυρίου: η Ιουστίνη είναι μια αθώα «άτυχη κοπέλα» που υφίσταται τη σταδιοποιημένη σεξουαλική κακοποίηση σε όλες τις μορφές της. Η αλήθεια είναι πως, περισσότερο απ' όλα τα βιβλία του ντε Σαντ, η Ιουστίνη ξεκινάει ως παρωδία ηθών: η Ιουστίνη είναι μια υπερβολικά αθώα νέα που καταδιώκεται από μια ομάδα «ακόλαστων» οι οποίοι τη βασανίζουν σεξουαλικά.

Όσο αυξάνουν οι μελοδραματικές εκκλήσεις της Ιουστίνης για έλεος, τόσο περισσότερη αυξάνει η αγριότητα των βασανιστών – κι όσο η «καημένη νέα», η «ντροπαλή Ιουστίνη» (έτσι την αποκαλεί συνεχώς ο αφηγητής) προσπαθεί να γλιτώσει, τόσο, μέσα από προφανείς απιθανότητες, η θέση της γίνεται όλο και χειρότερη. Έτσι ο αναγνώστης παρακολουθεί την καταδίωξη της κοπέλας να εναλλάσσεται με τα σεξουαλικά βασανιστήρια, ταυτισμένος με την εύθυμη περιπαικτική διάθεση της αφήγησης: είναι βέβαιος πως διαβάζει μια παρωδία. Έτσι, όταν η παρωδία μετεξελίσσεται σε τρόμο (στη Νέα Ιουστίνη, όπου η ηρωίδα καταφεύγοντας σ' ένα μοναστήρι πέφτει στα χέρια έξι διεστραμμένων καλόγερων που φυλακίζουν κοπέλες και τις βασανίζουν), ο αναγνώστης βιώνει μια πρώτου μεγέθους συνειδησιακή δοκιμασία: δεν ξέρει πλέον αν πρέπει να αντιμετωπίσει το αίμα, τα πτώματα, τις μαστιγώσεις, τις οιμωγές, και κυρίως την άγρια χαρά που όλα αυτά γεννούν όλο και περισσότερο στους βασανιστές ως μια υπερβολή, ένα ξεχείλωμα της παρωδίας που διάβαζε, ή ως κάτι άλλο.

Τότε οι σαντικοί ήρωες, θαρρείς να ξέρουν τη συναισθηματική σύγχυση που έχουν προκαλέσει, αρχίζουν να αφηγούνται σεξουαλικούς φόνους που διέπραξαν συνοδευμένους με όλο και φριχτότερα βασανιστήρια (αφήνοντας να εννοηθεί τι επίκειται για την Ιουστίνη), ενώ όλα αυτά διανθίζονται με αλλεπάλληλες «φιλοσοφικές» τοποθετήσεις για την υπέρτατη ηδονή που προσφέρει ο θάνατος μιας ακρωτηριασμένης γυναίκας από αιμορραγία (κόμης ντε Ζερμάντ), για την ηδονή της παιδοκτονίας (μοναχός Συλβέστρος), για την ηδονή του φόνου (μοναχός Ιερεμίας).

Έξαφνα καταλαβαίνουμε πως ενώπιον του αναγνώστη, ενώπιόν μας, η παρωδία χριστιανοποιείται – δηλαδή γίνεται μια ιστορία θρησκευτικού μαρτυρίου όπου ένας άνθρωπος θα θυσιαστεί κατόπιν αποφάσεως κάποιου Αφέντη, το μοναστήρι είναι ο κατάλληλος χώρος, ο κόμης ντε Ζερμάντ (θέλει να) είναι προφανώς ο Σατανάς (με γαμψή μύτη, φαφούτικο στόμα, φωνή βραχνή, τεράστια χέρια για να στραγγαλίζουν λαιμούς), οι έξι καλόγεροι οι βοηθοί του, η Ιουστίνη το σφάγιο που πρέπει να θυσιαστεί σε έναν υπέρτατο σκοπό: την ηδονή του Αφέντη.