Παγκοσμια Ιστορια

Ένα από τα όχι και τόσο γνωστά έργα του Πλουτάρχου είναι το Περὶ τοῦ ἐμφαινομένου προσώπου τῷ κύκλῳ τῆς Σελήνης, δηλ. σε ελεύθερη μετάφραση Σχετικά με το πρόσωπο που φαίνεται στην σφαίρα της Σελήνης. Αν και το κείμενο που είναι γραμμένο σε μορφή διαλόγου δεν σώζεται ολόκληρο σήμερα, πρόκειται για ένα από τα αρχαιότερα έργα που συγκεντρώνει τις ερμηνείες και τις απόψεις σχετικά με τη Σελήνη, όπως αυτές έγιναν αντιληπτές μέσω παρατηρήσεων από τους σύγχρονους ερευνητές της εποχής του Πλουτάρχου.

Το Περὶ τοῦ ἐμφαινομένου προσώπου τῷ κύκλῳ τῆς Σελήνης έχει συμπεριληφθεί από τους φιλολόγους σε ένα ευρύτερο σώμα έργων που ονομάζεται Ηθικά, μία συλλογή από πολλές πραγματείες και λόγους που κατέγραψε ο Πλούταρχος καλύπτοντας μία μεγάλη ποικιλία θεμάτων. Η πραγματεία, λοιπόν, αυτή σε μορφή διαλόγου επηρέασε σε σημαντικό βαθμό όπως φάνηκε αργότερα τον αστρονόμο Κέπλερ.

Όσοι διαβάσουν το έργο του Πλουτάρχου για τη Σελήνη δεν είναι παράξενο αν τους φέρει στο μυαλό τα έργα του Λουκιανού με την αντίστοιχη θεματολογία, την Αληθινή Ιστορία και τον Ικαρομέννιπο ή τον Υπερνέφελο. Υπάρχουν σύγχρονες μελέτες από ιστορικούς και φιλολόγους που υποστηρίζουν αρκετά πειστικά ότι ο Λουκιανός αν δεν επηρεάστηκε άμεσα, φαίνεται ότι είχε διαβάσει ή είχε υπόψη του το συγκεκριμένο έργο του Πλουτάρχου παρόλο που δεν αναφέρει σε κανένα από τα έργα του το όνομά του. Για την ιστορία, να αναφέρουμε ότι οι αστρονόμοι έχουν ονομάσει δώσει το όνομα του αρχαίου Έλληνα συγγραφέα του Πλουτάρχου σε έναν από τους κρατήρες της Σελήνης παραπέμποντας με αυτόν τον τρόπο στο συγκεκριμένο έργο του.

«Ολόκληρη γύρω γύρω λάμπει με φωτιά,
Πιο γαλανό από πέτρα κυανή
Φαίνεται μιας κόρης το μάτι και το υγρό της μέτωπο
Κοιτάζοντάς τη μοιάζει με πρόσωπο.»

ποίημα του ποιητή Αγησιάνακτα για το πρόσωπο της Σελήνης όπως αναφέρεται στο Περὶ τοῦ ἐμφαινομένου προσώπου τῷ κύκλῳ τῆς Σελήνης, 920e

Λίγα λόγια για το έργο και τα πρόσωπα του διαλόγου: Το Περὶ τοῦ ἐμφαινομένου προσώπου τῷ κύκλῳ τῆς Σελήνης, ή εν συντομία Περί του Προσώπου της Σελήνης είναι ένας πολύπλευρος διάλογος μεταξύ προσώπων πάνω σε θέματα αστρονομίας, κοσμολογίας, γεωγραφίας και οπτικής. Σημαντικό κομμάτι του διαλόγου για το οποίο θα μιλήσουμε αναλυτικότερα είναι ο μύθος για τον ρόλο της σελήνης στον κύκλο ζωής των ψυχών, ένα θέμα στο οποίο ο ρόλος της Σελήνης φαίνεται να είναι καίριος για τους ανθρώπους στην αρχαιότητα, αλλά και έχει αναφερθεί σε προηγούμενα άρθρα από τον Ίωνα Μάγγο. Το πρόσωπο/φάσεις της Σελήνης σε όλες τις κοσμολογίες του αρχαίου κόσμου θεωρείτο από το πιο καλοπροαίρετο έως το πιο τρομακτικό πράγμα που μπορούσε να αντιμετωπίσει η ψυχή στην προσπάθειά της να αποδεσμευτεί από τον κόσμο της ύλης.

Όπως φαίνεται από το διάλογο που έχει διασωθεί, τα εισαγωγικά κεφάλαιά του προφανώς έχουν χαθεί και έτσι δεν γνωρίζουμε ποια ήταν η αφορμή για την συζήτηση αυτή, πότε έγινε και πού. Ωστόσο, τα πρόσωπα που συμμετέχουν φαίνεται να αντιπροσωπεύουν τα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής του συγγραφέα και εμφανίζονται με την παρακάτω σειρά.

1) Σέξτιος Σύλλας: πρόκειται για έναν Καρχηδόνιο, οποίος είναι πολύ πρόθυμος να διηγηθεί έναν μύθο ή ιστορία σχετικά με την Σελήνη από κάποιον φίλο του που άκουσε στην Καρχηδόνα. Την ιστορία αυτή ο Σύλλας όντως τη διηγείται στο τέλος του έργου δίνοντας πληροφορίες σχετικά με τη λατρεία του Κρόνου στην Καρχηδόνα και πώς αυτή συνδέεται με τη φύση και τη θέση της Σελήνης στο πλανητικό στερέωμα.

2) Λαμπρίας: πρόκειται μάλλον για τον μεγαλύτερο αδελφό του Πλουτάρχου.

3) Απολλωνίδης: αστρονόμος και γεωμέτρης.

4) Αριστοτέλης: πιθανόν ο Πλούταρχος να τον ονομάζει έτσι για να δηλώσει έναν εκπρόσωπο της Περιπατητικής Σχολής του Αριστοτέλη.

5) Φαρνάσης: ένας Στωϊκός φιλόσοφος.

6) Λούκιος: μαθητής της φιλοσοφίας του Πυθαγόρα από την Ετρουρία.

7) Θέων: γραμματικός από την Αίγυπτο.

8) Μενέλαος: ένας εξέχων αστρονόμος που έζησε και εργάστηκε στην Αλεξάνδρεια όπου πολλές από τις παρατηρήσεις του καταγράφηκαν από τον Πτολεμαίο και άλλους συγγραφείς.

Ένας ίσως από τους λόγους που το έργο αυτό του Πλουτάρχου δεν έχει μελετηθεί σε βάθος να οφείλεται στο στη δυσκολία που προβάλλουν οι επιστημονικές-αστρονομικές λεπτομέρειες όπως αυτές καταγράφονται στο κείμενο, ενώ το τμήμα που αναφέρει το μύθο σχετικά με το ρόλο της Σελήνης στο ταξίδι των ψυχών φαίνεται να έχει απασχολήσει τους μελετητές της φιλοσοφίας, αλλά και πάλι όχι συστηματικά. Στην πραγματικότητα, το κείμενο φαίνεται να είναι χωρισμένο σε τρία μέρη που διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους, τουλάχιστον τα δύο τελευταία από το πρώτο. Ας δούμε με περισσότερες λεπτομέρειες καθένα από αυτά τα μέρη.

Μέρος Πρώτο, το επιστημονικό μέρος: Στο πρώτο μέρος συναντάμε το κεντρικό θέμα της συζήτησης που αφορά τις σύγχρονες για την εποχή του Πλουτάρχου φιλοσοφικές και επιστημονικές θεωρίες σχετικά με τη Σελήνη. Σε αυτό το μέρος παρουσιάζεται μία μεγάλη γκάμα από απόψεις βασισμένες στη φυσική, αστρονομία και γεωμετρική οπτική της εποχής που χρησιμοποιούνται σαν εργαλεία για τον προσδιορισμό των συστατικών των υλικών που διαμορφώνουν τη Σελήνη. Ίσως αυτό το κομμάτι να είναι και ένα από τα μοναδικά στην αρχαιότητα που συγκεντρώνει με τον καλύτερο τρόπο όλες τις επιστημονικές αλήθειες της εποχής σχετικά με το δορυφόρο της Γης.

Στο τμήμα αυτό συνοψίζονται από τους ομιλητές θεωρίες όπως αυτές του Αρίσταρχου και του Ιππάρχου, αμφισβητούνται οι νόμοι της ανάκλασης, απορρίπτεται η θεωρία περί φυσικής κίνησης προς το κέντρο του σύμπαντος, ενώ μπορούμε να διακρίνουμε τις πρώτες βάσεις για τις μελλοντικές θεωρίες του Κοπέρνικου, του Γαλιλαίου και του Κέπλερ. Μάλιστα ο τελευταίος υποστήριξε ότι ο διάλογος αυτός του Πλουτάρχου ήταν το πιο σημαντικό έργο της αρχαιότητας με θέμα το δορυφόρο της Γης. Ο Κέπλερ, ήδη από νωρίς είχε δείξει μεγάλο ενδιαφέρον για τη Σελήνη και μετέφρασε το κείμενο του Πλουτάρχου από τα Ελληνικά που ήταν αρχικά γραμμένο στα Λατινικά, συμπληρώνοντας και δικές του παρατηρήσεις, όπου ο ίδιος θεωρούσε ότι ήταν απαραίτητες.

Η άποψη που κυριαρχεί σε αυτή την ενότητα είναι σε αντίθεση με τους Στωικούς και τον Αριστοτέλη -που υποστήριζαν ότι η Σελήνη είναι ένα μείγμα φωτιάς και σκοτεινού αέρα, ένα αιθέριο και φωτεινό άστρο που περιέχει ένα αρκετά πιο εξαιρετικό στοιχείο από τα συνηθισμένα τέσσερα, αυτά της γης, του νερού, της φωτιάς και του αέρα- η Σελήνη είναι ένα συμπαγές ουράνιο σώμα σαν τη Γη. Η επιχειρηματολογία της παραπάνω θέσης είναι αρκετά ενδιαφέρουσα και βασίζεται κυρίως στην ανθρώπινη παρατήρηση.

Οι ομιλητές αναφέρονται σε θέματα που άπτονται των σκιών που φαίνονται στο πρόσωπο που δείχνει η Σελήνη, της κίνησής της σε σχέση με τη Γη, το χρώμα της και τις φάσεις της. Ένα αρκετά σημαντικό στοιχείο που θίγεται σε αυτό το κομμάτι και που αρκετά αργότερα στη σύγχρονη ιστορία απασχόλησε τους επιστήμονες είναι το γεγονός ότι ζητήματα αστρονομικά συνδέονται άμεσα με τη γεωγραφία του χώρου καθώς οφείλεται να δίνεται έμφαση στην αμοιβαία σχέση που υπάρχει μεταξύ των όσων συμβαίνουν στη γη και στον ουρανό.

Είναι ενδιαφέρον ότι με το που εδραιώνεται μία ισχυρή επιχειρηματολογία υπέρ της θέσης ότι η Σελήνη είναι σαν τη Γη, οι ομιλητές επιχειρούν να προσεγγίσουν το θέμα κατά πόσο μπορεί η Σελήνη να κατοικηθεί. Αυτό μας οδηγεί στο δεύτερο κομμάτι του διαλόγου όπου οι συνδιαλεγόμενοι εξερευνούν μία σειρά γεωγραφικών θεμάτων που αφορούν το περιβάλλον, αλλά και την ίδια τη ζωή πάνω στον δορυφόρο της Γης.

Μέρος Δεύτερο: τελεολογικές και περιβαντολλογικές θεωρίες: Το κομμάτι αυτό μονοπωλεί σχεδόν ο μονόλογος του Λαμπρία, ο οποίος φαίνεται ότι συμφωνεί με τις προσωπικές απόψεις του Πλουτάρχου για το θέμα, αλλά και των Πλατωνικών φιλοσόφων. Αυτό που προσπαθούν να επιλύσουν οι συνομιλητές δεν είναι τόσο αν όντως υπάρχουν όντα στη Σελήνη, αλλά κατά πόσο θα μπορούσαν να ζήσουν εκεί. Σ’ ένα άλλο έργο του, το «Περί των αρεσκόντων τοις φιλοσόφοις φυσικών δογμάτων» ο Πλούταρχος αναφέρει ότι η άποψη ότι υπάρχουν όντα στη Σελήνη αποδίδεται στους Πυθαγορίους, ενώ ο Διογένης ο Λαέρτιος την αποδίδει στον Αναξαγόρα (Περί των αρεσκόντων τοις φιλοσόφοις, 892a:

«Οἱ Πυθαγόρειοι γεώδη φαίνεσθαι τὴν σελήνην διὰ τὸ περιοικεῖσθαι αὐτὴν καθάπερ τὴν παρ´ ἡμῖν γῆν μείζοσι ζῴοις καὶ φυτοῖς καλλίοσιν· εἶναι γὰρ πεντεκαιδεκαπλασίονα τὰ ἐπ´ αὐτῆς ζῷα τῇ δυνάμει μηδὲν περιττωματικὸν ἀποκρίνοντα, καὶ τὴν ἡμέραν τοσαύτην τῷ μήκει.»

Απ.: «Οι Πυθαγόριοι υποστηρίζουν ότι η Σελήνη φαίνεται να είναι γήινη για το λόγο ότι κατοικείται όπως και η γη μας. Και πάνω σε αυτήν υπάρχουν ζώα μεγαλύτερα σε μέγεθος και φυτά εξαιρετικής ομορφιάς από αυτά που μπορεί να φιλοξενήσει ο πλανήτης μας. Επίσης δεν αφήνουν πίσω τους περιττώματα και εκεί οι μέρες διαρκούν δεκαπέντε φορές περισσότερο.»)

Αυτός που προσεγγίζει, όμως, πρώτος την πιθανότητα ύπαρξης ζωής στη Σελήνη είναι ο Θέων βασιζόμενος σε ένα τελεολογικό επιχείρημα που είχε διατυπωθεί νωρίτερα, ότι δηλαδή η Σελήνη είναι σαν την Γη. Αναφέρει, λοιπόν:

«Αν δεν είναι δυνατόν [η ύπαρξη ζωής στη Σελήνη], τότε είναι παράλογο και το να είναι η γη η Σελήνη, διότι θα φανεί τότε πως δεν έχει γίνει για κανένα σκοπό αλλά μάταια, εφόσον ούτε καρπούς βγάζει ούτε προσφέρει σε ανθρώπους κάποιου είδους έδρα, γέννηση και τρόπους επιβίωσης, πράγματα που λέμε πως έχει γίνει και τούτη εδώ (Γη)…» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 937d-e)

Ο λόγος του Θέωνα επικεντρώνεται στο να δυσφημίσει κατά κάποιον τρόπο ότι μπορεί να υπάρξει κατοίκηση στη Σελήνη και καταθέτει για αυτό μία σειρά περιβαντολλογικών θα λέγαμε εμποδίων που καθιστούν κάθε μορφή ζωής εκεί αδύνατη. Το λόγο παίρνει κατόπιν ο Λαμπρίας, ο οποίος διαφωνεί με την άποψη ότι η Σελήνη δεν έχει κανένα απολύτως ρόλο επειδή και μόνο δεν μπορούν να ζήσουν πάνω της άνθρωποι. Άλλωστε, υπάρχουν, υποστηρίζει πολλά μέρη πάνω στη Γη που δεν είναι κατοικήσιμα:

«Πρώτα απ’ όλα, λοιπόν, δεν είναι αναγκαίο, αν δεν κατοικούν άνθρωποι στη Σελήνη, αυτή να έχει γίνει μάταια και χωρίς λόγο. Πράγματι, ούτε τούτη εδώ τη γη βλέπουμε να παράγει ή να κατοικείται σε όλη της την έκταση, αλλά μικρό της μέρος, σαν να ήταν κορυφές ή χερσόνησοι που αναδύονται από το βυθό, είναι γόνιμο σε ζώα και φυτά, ενώ από τα υπόλοιπα άλλα είναι έρημα και άκαρπα λόγω της κακοκαιρίας και του καύσωνα, ενώ τα περισσότερα έχουν βυθιστεί στη μεγάλη θάλασσα … Κάθε άλλο, όμως, παρά μάταια έχουν γίνει αυτά, διότι και απαλές αναθυμιάσεις βγάζει η θάλασσα και τους πιο ευχάριστους ανέμους, όταν το καλοκαίρι είναι στην ακμή του, από την ακατοίκητη και παγωμένη περιοχή ελευθερώνουν και σκορπίζουν τα χιόνια, καθώς λιώνουν σιγά σιγά…» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 938d-e)

Με τον ίδιο τρόπο, μία Σελήνη άγονη από κάθε ίχνος ζωής μπορεί ακόμα να εκτελεί «χρήσιμες» λειτουργίες, όπως να απορροφά τις αναθυμιάσεις της Γης και να μετριάζει τον υπερβολικό καύσο και τη δριμύτητα του ήλιου. Ο Λαμπρίας συνεχίζει λέγοντας ότι τίποτα δεν έχει ειπωθεί που να αποδεικνύει ότι η κατοίκηση στη Σελήνη είναι απίθανη και υποστηρίζει στον μονόλογό του ότι αυτή κατοικείται από ζωντανά όντα, που είναι όμως ανώτερα σε ιεραρχία από τους γήινους θνητούς.

Μπορεί η κίνησή της να μη θυμίζει αυτή της Γης, αλλά δεν είναι όμως ακανόνιστη ή μη σταθερή, εφόσον οι αστρονόμοι έχουν αποδείξει το αντίθετο. Μία ανάλογη ισορροπία φέρνει την ηρεμία στις μεγάλες διαφορές της θερμοκρασίας, ενώ η λεπτή και διάφανη ατμόσφαιρά της διαχέει το φως του ήλιου, αναφέρει ο Λαμπρίας. Στην συνέχεια υποστηρίζει ότι και στη Γη υπάρχουν φυτά που αντέχουν σε ακραίες καιρικές συνθήκες και επιβιώνουν είτε με ελάχιστο νερό, είτε με ξηρασία είτε με χιονιά και παρόλο αυτά προσαρμόζονται άψογα. Στο σημείο αυτό ο Πλούταρχος μέσω του Λαμπρία απαριθμεί μία λίστα τέτοιων φυτών στη Γη και θέτει την εξής ερώτηση στους συνομιλητές του: «γιατί να μην υπάρχουν και ανάλογα τέτοια φυτά στη Σελήνη που να προσαρμόζονται στις συνθήκες που επικρατούν εκεί;» Με λίγα λόγια:

«Εκείνοι πάλι που θεωρούν τη Σελήνη σώμα πυρωμένο και φλογισμένο κάνουν λάθος, αλλά κι αυτοί, που απαιτούν τα εκεί ζωντανά πλάσματα να διαθέτουν όσα ακριβώς (όργανα) διαθέτουν και τα εδώ για τη γένεση, την τροφή και την επιβίωση, μοιάζουν να μην έχουν ιδέα από τις ανωμαλίες τις σχετικές με τη φύση, στις οποίες μπορεί κανείς να ανακαλύψει μεγαλύτερες και περισσότερες διαφορές και ανομοιότητες των ζωντανών πλασμάτων μεταξύ τους παρά με τα μη ζωντανά πλάσματα.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 940b)

Και συνεχίζει ο Λαμπρίας μετά τις παρατηρήσεις του για το περιβάλλον και για ίδιους τους ανθρώπους που κατοικούν στη Σελήνη, οι οποίοι μπορεί να μην χρειάζονται τόσο τροφή όσο εμείς στη Γη για να επιβιώσουν. Έτσι, αντίστοιχα, το περιβάλλον της Σελήνης ενδέχεται να είναι το κατάλληλο για αυτούς με τον ίδιο τρόπο που ένας φαινομενικά για τον άνθρωπο αφιλόξενος ωκεανός μπορεί να υποστηρίξει κάποια μορφή ζωής διαφορετική από την ανθρώπινοι. Οι άνθρωποι της Σελήνης, λοιπόν…

«θα απορούσαν πολύ περισσότερο με τη Γη, βλέποντάς τη, σαν κατακάθι και λάσπη του σύμπαντος [ὑποστάθμην καὶ ἰλὺν τοῦ παντὸς], να αχνοφαίνεται μέσα από τα υγρά, ομίχλες και νέφη, τόπος χωρίς φως, χαμηλός και ακίνητος, αν γεννάει και τρέφει ζωντανά πλάσματα, που έχουν μερίδιο στην κίνηση, την αναπνοή και τη θερμότητα.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 940e)

Είναι πάρα πολύ σημαντικός ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσει την επιχειρηματολογία του ο Λαμπρίας, η οποία βασίζεται στο μοτίβο της ανεστραμμένης προοπτικής βάζοντας κατά κάποιο τρόπο τους συνομιλητές του, αλλά και τον αναγνώστη του σε μία έξω από την οικεία ανθρώπινη κατάσταση/ θέση παρατήρησης. Υπό αυτήν την ανεστραμμένη προοπτική των όντων που κατοικούν στην Σελήνη -όπου τα γήινα όντα δεν είναι το σημείο αναφοράς/παρατήρησης- η ίδια η Σελήνη είναι η «πραγματική Γη», η οποία καταλαμβάνει τη μέση θέση μεταξύ του οίκου των θεών και του ό,τι είναι ο «Κάτω Κόσμος» για αυτούς. (δηλ. στην κορυφή οι θεοί, στη μέση η Σελήνη-Γη και στο τέλος ο Κάτω Κόσμος).

Αυτή, η κατά κάποιου είδους προειδοποίηση προς τους αναγνώστες και τους συνομιλητές του να μην υιοθετούν και να επιβάλλουν το μοντέλο ζωής της Γης σαν εκείνη τη νόρμα/φόρμουλα/θεώρηση βάσει της οποίας θα πρέπει να αντιλαμβάνονται και να προβλέπουν τη ζωή στο σύμπαν, διαφημίζει θα λέγαμε μία διαφορετική εξω-κοσμική προοπτική του γνωστού μας ανθρωπίνου κόσμου, και αποκαλύπτει τη διαφορετικότητα σαν το δομικό υλικό της ίδιας της ζωής. Σύμφωνα με τον Λαμπρία, η άποψη που υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να υπάρξει ζωή στη Σελήνη ίσως να οφείλεται στο γεγονός ότι η ανθρώπινη φύση στέκεται εμπόδιο στο να αντιληφθεί ο άνθρωπος ότι υψηλότερες μορφές ζωής από τη δική του είναι πιθανόν να υπάρχουν στο σύμπαν.

Σε αυτό το σημείο τελειώνει και το δεύτερο μέρος του διαλόγου, αλλά θα ήταν άδικο να μην κάνουμε ορισμένες παρατηρήσεις με αφορμή όλες αυτές τις περιβαντολλογικές γνώσεις που παρατίθενται από τον Πλούταρχο σχετικά με τη διαφορετικότητα των περιοχών πάνω στη γη, των ζώων και των φυτών. Ο Πλούταρχος ακούγεται σαν να μας προειδοποιεί ότι τα διάφορα περιβάλλοντα μπορεί να φαίνονται φαινομενικά αφιλόξενα για τον άνθρωπο αλλά υπό μία μη τελεολογική θεώρηση δεν πρέπει απαραίτητα όλα να έχουν έναν ολοκληρωτικό ή άμεσα ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα-σκοπό. Για παράδειγμα, υπάρχει ζωή στους ωκεανούς και τις ερήμους που από μόνη της έχει τη δική της αξία και χαρακτήρα παρόλο που για τον άνθρωπο η σημασία της μπορεί να είναι φαινομενικά απόμακρη.

Υπάρχουν και άλλοι συγγραφείς στην αρχαιότητα, όπως ο Λουκρήτιος που παρουσιάζουν μία σειρά παραδειγμάτων τα οποία αποδεικνύουν ότι ακόμα και αν υπήρχε ένας Δημιουργός, τότε σίγουρα δεν δημιούργησε τα πάντα για τον άνθρωπο ή θα συμπληρώναμε για να βολεύουν και να εξυπηρετούν αυτόν ή ακόμα ότι και η Γη δεν δημιουργήθηκε για τον ίδιο τον άνθρωπο. Η Γη, υποστηρίζει, δεν είναι τέλεια: μεγάλες περιοχές της δεν είναι προσβάσιμες στον άνθρωπο και δεν είναι μυστικό ότι πολλά από τα ζώα που κατοικούν πάνω της προσαρμόζονται πολύ καλύτερα στη φύση από ότι εκείνος.

Αν και η ζωή μπορεί να βρεθεί ακόμα και στις πιο αφιλόξενες περιοχές, ο Πλούταρχος σε αυτό το κομμάτι καταλήγει ότι ακόμα και αυτές παίζουν το ρόλο τους στη λειτουργία του όλου. Αναδεικνύοντας αυτές τις αλληλεπιδράσεις μέσα σε ένα γεωγραφικό περιβάλλον απορρίπτει την ιδέα ότι η προοπτική κατοίκησης είναι αυτή που καθιστά ένα μέρος χρήσιμο, είτε πρόκειται για τη Γη είτε για τη Σελήνη.

Βλέπουμε, λοιπόν, πως ο Πλούταρχος θέτει προβληματισμούς σύγχρονους σε εμάς, μιας και η τελεολογική θεώρηση του σύμπαντος είναι ακόμα εξέχουσα σε αρκετές σχολές σκέψεις που αφορούν τις φυσικές επιστήμες και ιδιαίτερα όσες ασχολούνται με τη ζωή. Ειδικά τα διάφορα οικοσυστήματα αναπόφευκτα εγείρουν προβλήματα όσον αφορά τη λειτουργία τους και το σκοπό τους. Παραμένει ακόμα και σήμερα θέμα προς συζήτηση κατά πόσο ή όχι μία τελεολογική θεώρηση του σύμπαντος μπορεί να μειώνεται με την μηχανιστική επεξηγηματική συμπεριφορά των επιμέρους μερών του και κατά πόσο μία καθαρά μηχανιστική επεξήγηση των φαινομένων είναι πιθανή. Ο Πλούταρχος τουλάχιστον στο έργο του αυτό βρήκε την αφορμή να υποδείξει ότι η αιτιότητα και η αιτία δεν είναι συνώνυμες, και ότι η επεξήγηση ενός γεγονότος παραθέτοντας τις αιτίες του δεν εξαλείφει την ανάγκη κάποιου να κατανοήσει και την σημασία του.

Τρίτο Μέρος: ο ρόλος της Σελήνης στη γένεση-δημιουργία: Ίσως το τρίτο μέρος του έργου είναι και αυτό που παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, τουλάχιστον εδώ. Στο σημείο αυτό, αρχικά ο Σύλλας ξεκινάει την αφήγηση μίας ιστορίας που έμαθε από κάποιον ξένο που έμενε στο νησί του Κρόνου, που βρίσκεται δυτικά της Βρετανίας. Πέρα από αυτά τα νησιά, συνεχίζει η ιστορία βρίσκεται μία μεγάλη ήπειρος όπου τα ποτάμια της χύνονται στον Ατλαντικό ωκεανό και από την οποία στέλνονται στο νησί του Κρόνου απεσταλμένοι κάθε τριάντα χρόνια (όταν ο Κρόνος περάσει στον αστερισμό του Ταύρου).

Το τμήμα αυτό μαζί και με άλλες λεπτομέρειες που αναφέρονται θυμίζει έντονα το μύθο της Ατλαντίδος που καταγράφεται στον Τιμαίο του Πλάτωνα, και είναι και αυτό που έχει απασχολήσει περισσότερο τους ερευνητές. Οι ομοιότητες είναι αρκετές, αλλά δεν θα μας απασχολήσει περισσότερο εδώ, εφόσον θα επικεντρωθούμε στο δεύτερο κομμάτι της ιστορίας του Σύλλα. Ο ξένος, λοιπόν, που γνώρισε ο Σύλλας στην Καρχηδόνα είχε ανακαλύψει κάτι ιερές περγαμηνές που είχαν ξεχαστεί για πολύ καιρό μέσα στη Γη και συμβούλεψε τον Σύλλα:

«ότι από τους ορατούς θεούς πρέπει να τιμούν οι άνθρωποι ξεχωριστά τη Σελήνη, πράγμα που παρότρυνε και εμένα να κάνω, επειδή είναι κυρία της ζωής… βρίσκεται κοντά.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 942c)

Στη συνέχεια, περιληπτικά θα λέγαμε ότι ο Πλούταρχος αναδιατυπώνει μία αρκετά δημοφιλή θέση για την αρχαιότητα ότι δηλαδή η Σελήνη είναι ο απαραίτητος ενδιάμεσος σταθμός για την ανύψωση της ψυχής στις ανώτερες σφαίρες. Ας δούμε περιληπτικά τι αναφέρει η ιστορία του Σύλλα για τη λειτουργία αυτή της Σελήνης και μετά θα προχωρήσουμε σε μία ανάλυσή του για το πώς φυλακίζεται η ψυχή και τη θέση της μέσα στη δημιουργία, ή όπως τα αρχαία κείμενα την αναφέρουν σαν γένεση.

Σελήνη και το Ταξίδι των Ψυχών: Συγκεκριμένα γίνεται λόγος για το ίδιο το πρόσωπο της Σελήνης που τρομοκρατεί τις ψυχές, αν και ο ίδιος ο Πλούταρχος παρουσιάζει πιο ρεαλιστικά το γεγονός λέγοντας ότι απλά αυτό που βλέπουν οι ψυχές όταν αφήνουν το σώμα πίσω στη Γη δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα βάθος/κοίλωμα, το μεγαλύτερο μάλιστα από αυτά που αποκαλούν και μυχό της Εκάτης. Ίσως να πρόκειται για τη λεγόμενη περιοχή της σελήνης που ονομάζεται Mare Orientale, από όπου ξεκινά μία μωβ διπλή εσωτερικά ακτίνα που ρουφά την ψυχή κάποιου όταν αυτός πεθάνει. Στο μέρος αυτό, αναφέρει ο Πλούταρχος τιμωρούνται και παίρνουν εκδίκηση οι ψυχές για όσα υποστούν ή πράξουν. Άραγε να έχει να κάνει σχέση με τη λεγόμενη περιοχή ανακύκλωσης-σταθμού υποδοχής, Sinus Midii όπου υπάρχει και το περίφημο κτίσμα-κατασκευή SHARD; Ας δούμε πώς περιγράφει ο Πλούταρχος αυτό το σημείο:

«Τις φοβίζει [ψυχές] όμως και το αποκαλούμενο πρόσωπο, όταν φθάνουν κοντά, που είναι βλοσυρό και τρομακτικό να το βλέπεις. Ωστόσο στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε, αλλά, όπως ακριβώς η δική μας η γη διαθέτει κόλπους βαθύς και μεγάλους … έτσι και τούτα είναι τα βάθη της σελήνης και τα κοιλώματα. Από αυτά το μεγαλύτερο αποκαλούν μυχό της Εκάτης, όπου τιμωρούνται και παίρνουν εκδίκηση οι ψυχές για όσα τυχόν υποστούν ή πράξουν. Και δύο μεγάλες από αυτές ονομάζονται πύλες και από μέσα τους περνούν οι ψυχές, η μια προς τη μεριά της σελήνης που βλέπει προς στον ουρανό, την άλλη προς τη μεριά που βλέπει προς τη γη.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 944c)

Ας δούμε, όμως, από την αρχή πώς περιγράφει ο Πλούταρχος το ταξίδι αυτό των ψυχών. Στην ιστορία αυτή ο αναγνώστης θα διαπιστώσει πάρα πολλές ομοιότητες με τις ιδέες του Πλάτωνα και συγκεκριμένα με το τρόπο που παρουσιάζεται η ψυχή στο έργο του Τιμαίος.

Και για τους δύο συγγραφείς ο άνθρωπος αποτελείται από τρία μέρη: τον νου (πνεύμα), την ψυχή και το σώμα όπου προέρχονται ή δίνονται στον άνθρωπο αντίστοιχα από τον Ήλιο, τη Σελήνη και τη Γη. Δεν θα πρέπει να θεωρείται ο νους σαν το μέρος της ψυχής, όπως θεωρείται η ψυχή σαν μέρος του σώματος. Στον Τιμαίο η ψυχή έχει ένα θνητό και ένα αθάνατο κομμάτι: στο μεν πρώτο κατοικεί το θυμοειδές και το επιθυμητικόν και στο αθάνατο κατοικεί το λογιστικόν. Για τον Πλούταρχο ο νους (πνεύμα) είναι ανώτερος και πιο θεϊκός από την ψυχή για όσο βρίσκεται η ψυχή στο σώμα. Η ανάμειξη της ψυχής και του σώματος δημιουργεί αίσθηση, ενώ η σύνοδος του νου και της ψυχής τον λόγο. Όλα αυτά τα αναφέρουμε γιατί κεντρικό θέμα της ιστορίας του Πλουτάρχου σχετικά με το ταξίδι των ψυχών στη Σελήνη έχει να κάνει με τον Διπλό Θάνατο.

«Όσο για το θάνατο που πεθαίνουμε, ο ένας [πρώτος θάνατος] κάνει τον άνθρωπο αντί για τρία [νους-ψυχή-σώμα] να αποτελείται από δύο στοιχεία·οάλλος [θάνατος] αντί για δύο να αποτελείται από ένα. Ο πρώτος γίνεται στη γη της Δήμητρας [επίγειος θάνατος]…, μέσα σε αυτή γίνεται το μυστήριο και τους νεκρούς Δημήτρειους ονόμαζαν παλιά οι Αθηναίοι. Ο άλλος θάνατος γίνεται στη Σελήνη της Φερσεφόνης [Περσεφόνης]. Σύνοικος της μίας είναι ο χθόνιος Ερμής, της άλλης ο ουράνιος. Λύνει όμως η Γη γρήγορα και με βία την ψυχή από το σώμα, ενώ η Φερσεφόνη μαλακά και επί μεγάλο χρονικό διάστημα λύνει τον νου από την ψυχή, για αυτό το λόγο έχει αποκληθεί και μονογενής, γιατί μένει μόνο του το καλύτερο μέρος του ανθρώπου, καθώς διαχωρίζεται από αυτήν.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 943a-c)

Στο κομμάτι, λοιπόν αυτό είναι ξεκάθαρο ότι ο Πλούταρχος αναφέρεται στο διπλό θάνατο του ανθρώπου και στο πόσο διαφορετικά αυτοί συμβαίνουν. Στη συνέχεια περιγράφονται με αρκετές λεπτομέρειες τι συμβαίνει στις ψυχές μέχρι να έρθει ο δεύτερος θάνατός τους. Είναι αρκετά αξιοσημείωτο ότι για τον Πλούταρχο δεν έχουν όλες οι ψυχές αυτό που ονομάζει νου-πνεύμα, ή όπως θα λέγαμε θεϊκό σπινθήρα. Το πιθανότερο είναι να αναφέρεται σε αυτό που ονομάζουμε έμψυχα και άψυχα όντα, έμψυχοι και άψυχοι άνθρωποι. Αυτό που ακολουθεί είναι μία καταπληκτική περιγραφή της «ενεργειακής απογύμνωσης της ψυχής κατά επίπεδα.»

«Καθένας από αυτούς τους διαχωρισμούς (νου-ψυχής) επιτυγχάνεται κατά φύση με τον τρόπο αυτό: κάθε ψυχή, τόσο χωρίς όσο και με νου, όταν βγει από το σώμα, είναι ορισμένο από την ειμαρμένη να πλανηθεί στην περιοχή μεταξύ Γης και Σελήνης για ορισμένο διάστημα – όχι ίσο·αλλά οι άδικες και οι ακόλαστες ψυχές πληρώνουν για τα αδικήματά τους, ενώ οι άλλες όσο για να εξαγνιστούν, και, σαν να ήταν χαλασμένος ατμός, να εκπνεύσουν τα μιάσματα που προέρχονται από το σώμα, στο πιο γαλήνιο μέρος του αέρα που το αποκαλούν «τα λιβάδια του Άδη,» πρέπει να μείνουν για ορισμένο χρονικό διάστημα.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 943c)

Σε αυτό θα λέγαμε το μεσοδιάστημα, οι ψυχές πριν φθάσουν στη Σελήνη έχουν την ψευδαίσθηση της κίνησης και ζουν σε μία εικονική πραγματικότητα νιώθοντας ανάμεικτα συναισθήματα. Ο Πλούταρχος χρησιμοποιεί την εικόνα της θάλασσα και των κυμάτων για να αποδώσει το νόημα αυτό:

«Εκεί σαν να επαναφέρονται στην πατρίδα από την ξενιτιά της εξορίας γεύονται χαρά παρόμοια με εκείνη που νιώθουν όσοι μυούνται στα μυστήρια, συνδυασμένη με ελπίδα γλυκιά αλλά ανακατεμένη σε μεγάλο βαθμό με ταραχή και έξαψη.» Πράγματι, πολλές είναι εκείνες τις οποίες σπρώχνει εκείνη και απομακρύνει με το κύμα, μολονότι έχουν ήδη πιαστεί από τη Σελήνη, ορισμένες πάλι από τις εκεί βλέπουν να αναποδογυρίζουν και να καταποντίζονται, λες, πάλι σε βυθό.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 943d)

Μετά από αυτό μεσοδιάστημα αγκιστρώνονται οι ψυχές στη Σελήνη τις οποίες ο Πλούταρχος παρομοιάζει με ακτίνες, που όμως έχουν φωτιά στην ψυχή που ελαφραίνει και πηγαίνει προς τα πάνω.

Εκτός από το πρόσωπο της Σελήνη που όπως αναφέραμε πιο πάνω τρομοκρατεί τις ψυχές, ένα άλλο στοιχείο που έχει την ίδια επίδραση είναι η σκιά της και συγκεκριμένα η σκιά της Γης που πέφτει πάνω της σε εκλείψεις. Σε αυτή την περίπτωση αναφέρει ο Πλούταρχος οι ψυχές των αγαθών την παροτρύνουν να κινηθεί πιο γρήγορα ώστε να βγει έξω από τη σκιά γιατί όταν βρίσκονται κάτω από αυτήν δεν ακούν την μουσική του ουρανού, ή αλλιώς τη θεία αρμονία κατά τον Πλάτωνα.

Στην αντίθετη περίπτωση, οι ψυχές των αδίκων περνούν μέσα από τη σκιά με οδυρμούς και αλαλαγμούς και αυτός είναι ο λόγος όπου και οι περισσότεροι άνθρωποι συνηθίζουν να κάνουν θόρυβο χτυπώντας μέταλλα κατά τη διάρκεια των εκλείψεων για να κάνουν πάταγο εναντίον των φαύλων ψυχών. Είναι γνωστό ότι το χτύπημα των μετάλλων στην αρχαιότητα θεωρούνταν πως έχει τη δύναμη να αποτρέπει το κακό και γι’ αυτό το λόγο γινόταν κατά τη διάρκεια των εκλείψεων ώστε να διώξει τα κακά πνεύματα που τις προκαλούσαν.

Κάποιες από αυτές τις ψυχές εκεί, που ο Πλούταρχος αποκαλεί δαίμονες κατεβαίνουν στη Γη για να φροντίσουν τα μαντεία και να παρευρίσκονται και να λαμβάνουν μέρος στις ανώτατες οργιαστικές τελετές, αλλά και να βοηθούν και να προστατεύουν όσους αδικούνται, να σώζουν ανθρώπους στους πολέμους και στη θάλασσα. Όσοι όμως από αυτούς σφάλλουν, φυλακίζονται και πάλι σε ανθρώπινα σώματα, δηλ. ενσαρκώνονται και πάλι πριν έρθει ο δεύτερος θάνατος όπως στις άλλες ψυχές.

Και από το σημείο αυτό ο Πλούταρχος μέσα σε μία παράγραφο περιγράφει ακριβώς τι είναι αυτός ο δεύτερος θάνατος, μία αλλαγή όπως λέει σε άλλο τόπο προς το άριστο. Αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από τον διαχωρισμό του νου από την ψυχή, που για άλλες ψυχές έρχεται νωρίς και για άλλες πιο αργά. Είναι η στιγμή εκείνη που η ψυχή όντας το περίβλημα του νου, του πνεύματος, του θεϊκού σπινθήρα τον ξετυλίγει για να γυρίσει αυτός πίσω στην πηγή του, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, τον ήλιο.

«Την πετυχαίνουν [την αλλαγή] τώρα άλλοι νωρίτερα άλλοι αργότερα, όταν ο νους διαχωριστεί από την ψυχή. Διαχωρίζεται μέσω του έρωτα για την εικόνα στον ήλιο, με την οποία λάμπει και φαίνεται επιθυμητό, το ωραίο, το θεϊκό και το μακάριο, το οποίο κάθε φύση, η καθεμιά με το δικό της τρόπο λαχταρά … Η ουσία όμως της ψυχής (τῆς ψυχῆς φύσις) μένει πάνω στη σελήνη, διατηρώντας κάποια ίχνη και όνειρα ζωής, για να το πούμε έτσι, και γι’ αυτήν να θεωρείς ότι σωστά έχει λεχθεί το «ψυχή σαν όνειρο φτερούγισε και πέταξε.» Στην πραγματικότητα δεν το παθαίνει αμέσως, ούτε αφού αποχωριστεί από το σώμα, αλλά αργότερα, όταν μείνει έρημη και μόνη, αφού χωριστεί από τον νου.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 944f)

Με λίγα λόγια αυτός ο δεύτερος θάνατος είναι η επιστροφή του παγιδευμένου θεϊκού σπινθήρα στην αρχική του πηγή· είναι το μεγάλο στοίχημα που πρέπει να κερδίσουν όλοι όσοι τον διαθέτουν για να μην κάνουν πάλι το σφάλμα της ενσάρκωσης, να μην υποστούν άλλη μία γένεση, άλλη μία δημιουργία. Και η Σελήνη παίζει έναν καίριο ρόλο σε αυτό το διαχωρισμό της ψυχής από το νου, ώστε ο δεύτερος να ξεφύγει από τη φυλακή της δημιουργίας και να επιστρέψει πίσω στη θεία φλόγα, όπως οι ψυχές που διαθέτουν σωφροσύνη και πόθησαν ζωή φιλοσοφημένη και χωρίς σκοτούρες, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος. Όπως στη Γη γίνεται ο διαχωρισμός του σώματος από τα δύο άλλα μέρη, έτσι γίνεται και στη Σελήνη που αποτελεί το σύνορο για τη φυλακή των ψυχών. Ο αγώνας για την απελευθέρωση είναι αρκετά δύσκολος αφού:

«Από τις ψυχές που αγαπούσαν τις τιμές, τη δράση, από τις ψυχές που ερωτεύονταν τα σώματα και λειτουργούσαν με το θυμικό ορισμένες ζουν σε ύπνο βλέποντας για όνειρα ό,τι θυμούνται από τη ζωή. Αν όμως το άστατο και το επιρρεπές στα πάθη στοιχείο τις ξεσηκώνει και τις τραβάει από τη σελήνη προς άλλη γένεση, δεν τις αφήνει η σελήνη … αλλά τις καλεί πίσω και τις κρατάει με μάγια να γείρουν προς τη γη.» (Περί του Προσώπου της Σελήνης, 945b)

Στο τέλος του διαλόγου αναφέρεται εν συντομία και η αντίστροφη διαδικασία, αυτή της γένεσης: ο ήλιος θερίζει τη ζωτική δύναμη, τον νου. Κατόπιν η Σελήνη τον σπέρνει και δημιουργεί νέες ψυχές και στο τέλος η Γη τις ντύνει με σώματα. Η μεγάλη διαφορά μεταξύ των τριών αυτών ουράνιων σωμάτων είναι ότι τόσο ο Ήλιος όσο και η Γη δίνουν κάτι, ενώ μόνο η Σελήνη δίνει και παίρνει μαζί και συνθέτει και διαιρεί ανάλογα με τις διαφορετικές της δυνάμεις. Σε όλη αυτή τη διαδικασία της γένεσης, οι τρεις Μοίρες σύμφωνα με τους αρχαίους παίζουν μεγάλο ρόλο: η Άτροπος εγκατεστημένη στον Ήλιο δίνει αρχή στη γένεση, η Κλωθώ που κινείται γύρω από τη Σελήνη συνδέει και αναμειγνύει, ενώ τελευταία γύρω από τη γη συμμετέχει στο έργο η Λάχεσις.

Κλείνοντας ο Πλούταρχος αναφέρει πως το άψυχο είναι από μόνο του αδύναμο και επηρεάζεται από άλλα πράγματα. Ο νους-πνεύμα αντίθετα είναι ανεπηρέαστος και αυτοκράτωρ.

Γένεσις και Απογένεσις: Ο Πορφύριος (3ος αιώνας μΚΕ) στο έργο του Περί του εν Οδυσσεία των Νυμφών Άντρου (Σχετικά με το στην Οδύσσεια Σπήλαιο των Νυμφών) συνδέει το γεγονός της απογένεσις, δηλ. της ανύψωσης της ψυχής από τον υλικό κόσμο με τον ήλιο, και τη διαδικασία της γένεσις με την κάθοδο της ψυχής στον υλικό κόσμο την συνδέει με τη Σελήνη. Αναφέρει, όπως και άλλοι θεολόγοι αλλά και προγενέστερες παραδόσεις, ότι τόσο ο ήλιος όσο και η σελήνη αποτελούν τις δύο «πύλες» μέσα από τις οποίες γίνεται η ανύψωση και η κάθοδος της ψυχής αντίστοιχα.

Ανεξάρτητα από το πόσες σφαίρες ή στρώματα διασχίζει η ψυχή για να ανυψωθεί έξω από τη δημιουργία, η Σελήνη σε όλες αυτές τις παραδόσεις είναι το τελευταίο και κατώτατο όριο-φυλακή πριν τον κόσμο της ύλης. Καθώς είναι η ίδια ο τελευταίος σταθμός της καθόδου της ψυχής, η Σελήνη είναι αυτή που ολοκληρώνει και τη διαδικασία την ενσάρκωσης. Αυτό ακριβώς διαπραγματεύεται όπως είδαμε και τμήμα του έργου Περί του Προσώπου της Σελήνης.

Για να καταλάβουμε όμως το ρόλο της Σελήνης στο θέμα της γένεσης ας πούμε λίγα πράγματα το κοσμολογικό σύστημα στην αρχαιότητα και τις διαιρέσεις του. Εκτός από το διαχωρισμό του κόσμου σε επτά ουράνιες σφαίρες που ήταν αρκετά δημοφιλής στους Ελληνιστικούς και Ύστερους αρχαϊκούς χρόνους, ο διαχωρισμός του σύμπαντος γινόταν και σε τρεις άλλες σφαίρες: την υλική ή γήινη, την αιθερική ή κοσμική και την νοητική ή υπερκοσμική. Υπό αυτή την οπτική αντί να υπάρχουν άρχοντες που να ελέγχουν αυτές τις σφαίρες, καθεμιά τους βρισκόταν υπό την επιρροή της Γης, της Σελήνης και του Ήλιου αντίστοιχα.

Η Σελήνη σε αυτό το σύστημα αποτελεί το κατώτατο σύνορο της κοσμικής σφαίρας και έτσι ο υλικός κόσμος που βρίσκεται κάτω από τον ουρανό συχνά αναφέρεται σαν υπο-σελήνιος τον οποίο και ελέγχουν σε μεγάλο βαθμό οι δυνάμεις της Σελήνης. Οι δύο αυτές διαφορετικές διαιρέσεις του κόσμου (επτά σφαίρες και η τριμερής διαίρεση) δεν ακυρώνουν η μία την άλλη, απλά δίνουν έμφαση σε διαφορετικά ουράνια σώματα.

Το πρόσωπο της Σελήνης στην αρχαία Κοσμολογία: Η Σελήνη σύμφωνα με τις πηγές φαίνεται να μας δείχνει δύο πρόσωπα όσον αφορά τις ψυχές: ένα ευσπλαχνικό και ένα τρομακτικό. Αυτό θα δούμε ότι έχει να κάνει με το πώς αξιολογείται σε κάθε περίπτωση η γένεση-δημιουργία σαν κοσμολογικό σύστημα, δηλαδή είτε θετικά είτε αρνητικά.

Το θέμα της ενσάρκωσης και συγκεκριμένα ο/οι λόγοι της καθόδου της ψυχής μέσα από τη γένεση-δημιουργία, εκούσια ή ακούσια απασχόλησε αρκετούς τους φιλοσόφους είτε πρόκειται για την κάθοδο μεμονωμένων ψυχών μέσα στον υλικό κόσμο της Δημιουργίας είτε πρόκειται για την αρχική κάθοδο της Ψυχής γενικότερα από τις ανώτερες σφαίρες στις κατώτερες. Σε κάθε περίπτωση η ενσάρκωση-παγίδευση της ψυχής στον κόσμο της ύλης σημαίνει ότι δεν συμμετέχει στην τελειότητα των υψηλότερων σφαιρών.

Αυτή η απώλεια της τελειότητας μεταφράζεται με πολλούς τρόπους και κάθε τρόπος δίνει μια διαφορετική κοσμολογική θεώρηση για τη φύση του υλικού κόσμου και τη γένεση της ψυχής μέσα σε αυτό. Οι φιλόσοφοι λοιπόν στο έργο τους φαίνεται να αξιολογούν την ενσάρκωση της ψυχής άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά, γεγονός που συνδέεται με το ευσπλαχνικό και το τρομακτικό πρόσωπο της Σελήνης αντίστοιχα.

Έτσι και ο ρόλος της Σελήνης στη Γένεση-Δημιουργία εξαρτάται άμεσα από την οπτική -θετική ή αρνητική- και την αξιολόγηση της ίδιας της Γένεσης-Δημιουργίας σαν ένα κοσμολογικό σύστημα. Η πιο απαισιόδοξη θέση θεωρεί αυτή την πτώση απλά καταστροφική. Η πιο αισιόδοξη άποψη υποστηρίζει ότι η κάθοδος της ψυχής και η δημιουργία στο υλικό σύμπαν είναι μέρος της αποκάλυψης της θείας έκφρασης για την ολοκλήρωση του κόσμου. Τώρα σκεφθείτε καλά και προβληματιστείτε τι και ποιους εξυπηρετεί η διάδοση αυτής της θέσης.

Η Κάθοδος της Ψυχής και η Δημιουργία: Ενδεικτικό του αρνητικού ρόλου της Σελήνης είναι η απουσία της σε διάφορα τελετουργικά της αρχαιότητας που αφορούν στην ανύψωση της ψυχής, την απογένεση όπως την αποκαλούσαν. Για παράδειγμα, στην τελετουργική προετοιμασία για ένα ξόρκι αθανασίας που βρίσκεται στη λεγόμενη Λειτουργία του Μίθρα είναι έτσι προγραμματισμένη ώστε να αποφευχθεί η παρουσία της Σελήνης κατά τη διάρκεια της ανύψωσης του μάγου στους ουρανούς για να συναντήσει τον ύψιστο θεό, ο οποίος αναφέρεται σαν Ήλιος Μίθρας. Αν και στο ταξίδι αυτό προβλέπεται να συναντήσει θεούς άλλων πλανητών και άστρων δεν φαίνεται να βλέπει ποτέ μα ποτέ τη Σελήνη. Γιατί όμως να συμβαίνει αυτό; Γιατί πρέπει πάση θυσία σε όλη αυτή την τελετουργική προετοιμασία να αποφύγει την επιρροή της Σελήνης;

Όταν πρόκειται για την αρχαία κοσμολογία που αφορά τη γένεση-δημιουργία η παρουσία της Σελήνης είναι επικίνδυνη και βλαπτική. Το πρόσωπό της που βλέπει στη Γη συνδέεται με τη μανία και με την τρέλα. Ο Κλήμεντας Αλεξανδρείας αναφέρει πως ο Ορφέας αποκαλούσε τη Σελήνη και γοργόνειο λόγω του τρομακτικού της προσώπου, μία άποψη που όπως είδαμε μοιράζεται και ο Πλούταρχος. Το πρόσωπό της αποτελεί το είδωλο της Φύσης, την προσωποποίηση του υλικού κόσμου.

Για την αρχαιότητα η Σελήνη αποτελούσε την μητέρα των δαιμόνων του κόσμου, εκεί που κατοικούν τα κακά πνεύματα. Όταν κάποιος την κοιτάει ή την καλεί με τα ονόματα που τις αποδίδονται τότε φέρνει τις δυνάμεις της γένεσης, με άλλα λόγια εκείνες τις δυνάμεις που δένουν την ψυχή στο σώμα, εκείνες τις δυνάμεις που κρατούν τον άνθρωπο φυλακισμένο στη δημιουργία. Η Σελήνη δεν αποτελεί το σκαλοπάτι ή το μέσο για την ανύψωση, αλλά μία επικίνδυνη δύναμη της οποίας κάθε επίκληση πρέπει να αποφευχθεί καθώς μόνο οι θετικές δυνάμεις μπορούν να απελευθερώσουν την ψυχή από τη μαύρη ύλη.

Αυτό που είναι σημαντικό για το διαχωρισμό του σύμπαντος στις διαφορετικές αυτές σφαίρες ή στρώματα βρίσκεται στην αντίληψη ότι η ψυχή ακολουθεί μία πορεία καθόδου μέσα από αυτές για να ενσαρκωθεί μέσα στον κόσμο της ύλης μέσα από την διαδικασία που ονομάζουμε Γένεση, ή διαφορετικά Δημιουργία. Σύμφωνα με την αρχαία κοσμολογία από κάθε στρώμα που περνάει η ψυχή στην πορεία της ενσάρκωσής της αποκτά και συγκεκριμένα χαρακτηριστικά από την κάθε αντίστοιχη σφαίρα επιρροής. Η Σελήνη, λοιπόν με τη σειρά της γίνεται η πύλη δια μέσου της οποίας πραγματοποιείται η Γένεση και διαχωρίζονται τον θνητό-φθαρτό κόσμο από τον αθάνατο.

Για εκείνους όμως που θέλουν να ανυψωθούν στόχος είναι να υπερκεράσουν το ίδιο το εμπόδιο της Σελήνης, δηλαδή την ίδια την εκπρόσωπο της Γένεσης που φυλακίζει τις ψυχές όταν επέρχεται ο φυσικός θάνατος. Μάλιστα, όπως ανέφερε και ο Πλούταρχος αυτό δεν αρκεί από μόνο του καθώς χρειάζεται η ψυχή να πεθάνει για δεύτερη φορά πριν ακόμα πάρει το δρόμο της για ακόμα μία ενσάρκωση στον κόσμο της ύλης. Κάποια γνωστικά συστήματα αναφέρουν την παρουσία μία σειρά αρχόντων σε διάφορες βαθμίδες που συνομωτούν για να κρατήσουν την αδαή ψυχή στον υλικό κόσμο, παίρνοντας διάφορες μορφές κατά την άνοδο της ψυχής προς την απογένεση.

Ανάμεσα σε αυτούς τους θεούς ή δαίμονες συναντάμε την Περσεφόνη και την Εκάτη σαν την προσωποποίηση της ίδιας της Σελήνης που ρυθμίζει τον υλικό κόσμο και είναι η δύναμη που συγκρατεί τις ψυχές κλειδωμένες στον σκοτεινό κόσμο της ύλης.

Λίγες Σκέψεις για το τέλος: Αν όλα αυτά σας φαίνονται παράδοξα ή υπερβολικά αναλογιστείτε τον ρόλο που παίζει η σελήνη στη φυσική ζωή των έμβιων όντων πάνω στη Γη, από την περίοδο και ωορρηξία των γυναικών που είναι στενά συνδεδεμένη με τις φάσεις της Σελήνης μέχρι τα φαινόμενα παλίρροιας και περιοδικότητας σε θάλασσες και ωκεανούς.

Όπως φαίνεται ήδη στην αρχαιότητα ήταν γνωστή η λειτουργία της ενεργειακής φυλακής του συστήματος Γης-Σελήνης. Το ποιος και γιατί καταναλώνει όλη αυτή την ενέργεια έχει γίνει θέμα συζήτησης πολλές φορές από αυτή εδώ την ιστοσελίδα. Η φυλακή της Δημιουργίας εξυπηρετεί κάποιους-κάτι και δεν υπάρχει απλά για να υπάρχει. Και όπως κάθε φυλακή είναι ανάγκη να διαθέτει ένα σύστημα υψίστης ασφαλείας με τη διαφορά ότι εδώ μεγάλο ρόλο σε αυτό παίζουν οι ίδιοι οι φυλακισμένοι.

Ίσως μία αρκετά σημαντική παράμετρος σε όλο αυτό το παιχνίδι, είναι ότι υπάρχει σε όλους ένα έμφυτο ρεύμα διπλής ενέργειας-κατεύθυνσης που όταν ρέει προς τα πάνω γεννά θεούς και όταν ρέει προς τα κάτω γεννά ανθρώπους. Μόνο που έχουμε χάσει τον μπούσουλα ανάμεσα σε αυτές τις πολικότητες και η «ενέργεια» που συγκεντρώνεται κυρίως προς τα κάτω ούτε πια ανθρώπους γεννά. Το ζητούμενο βέβαια δεν είναι να γεννά ούτε και θεούς που δημιουργούν τα μικρά ιδιωτικά τους κλαμπ σαν άλλες δημιουργίες μέσα στα οποία βαριούνται μέχρι θανάτου και το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι να ρισκάρουν την «αθανασία» τους πολεμώντας εναντίον ενός άλλου αθανάτου.

Το ζητούμενο ίσως εδώ να βρίσκεται στην ανάγκη να πιστεύεις ότι ο κόσμος είναι μυστηριώδης και απύθμενος σαν έκφραση της εσώτερης προτίμησης του πολεμιστή, όπως αναφέρει ο Δον Χουάν. Από την άλλη δεν χρειάζεται να στύβεις και τον κόσμο σαν λεμόνι, αλλά να παραμένεις μαζί του όσο χρειάζεται και μετά να απομακρύνεσαι γρήγορα.

«Είναι αλήθεια, όπως λέει και ο Πλούταρχος, πως στις περιπτώσεις αυτές δεν υπάρχει όντως μεγάλη διαφορά μεταξύ αυτών που πιστεύουν ακράδαντα κάτι και εκείνων που ενοχλούνται πολύ μαζί τους και δυσπιστούν πέρα για πέρα, αλλά δεν εννοούν να εξετάσουν ήρεμα το δυνατόν και το ενδεχόμενο.» Η επίγνωση άλλωστε απέχει πάρα πολύ από τη δυσπιστία.

Πηγές

Για το αρχαίο κείμενο, Πλούταρχος, Περὶ τοῦ ἐμφαινομένου προσώπου τῷ κύκλῳ τῆς Σελήνης (εκδόσεις Κάκτος)

Ίων Μάγγος, «Ποιοι μας Κλέβουν την Ψυχή.

P. Coones, “The Geographical Significance of Plutarch’s Dialogue, concerning the Face Which Appears in the Orb of the Moon,” Transactions of the Institute of British Geographers New Series 8.3 (1983), 361-372.

W. Hamilton, «The Myth in Plutarch’s De Facie (940F – 945D)» CQ28.1 (1934) 24-30.

Radcliffe G. Edmonds III «Faces of the Moon: Cosmology, Genesis, and the Mithras Liturgy,» in Heavenly Realms and Earthly Realities in Late Antique Religions, eds. Ra’anan S. Boustan & Annette Yoshiko Reed, Cambridge University Press, 2004, pp. 275-295.

Σταυρούλα Χοχλιδάκη

Πηγή