Παγκοσμια Ιστορια

Τον κατάλογο των Επτά Θαυμάτων του Αρχαίου Κόσμου στην πραγματικότητα τον έφτιαξαν κάποιοι περιηγητές στην Ελληνιστική περίοδο και συγκεκριμένα τον 1ο και 2ο αιώνα π.Χ. Η κατάκτηση του μεγαλύτερου τμήματος του τότε γνωστού κόσμου τον 4ο αιώνα π.Χ. έδωσε στους ταξιδιώτες της Ελληνιστικής περιόδου τη δυνατότητα να έχουν πρόσβαση στους πολιτισμούς των Αιγυπτίων, των Περσών και των Βαβυλωνίων. Οι επισκέπτες αυτοί άρχισαν να καταγράφουν ό,τι έβλεπαν και συνέθεσαν έναν κατάλογο από θαύματα, συνολικά επτά. Από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου, πέντε είναι από την αρχαία Ελλάδα, που δείχνει την πρόοδο της Ελλάδας στις τέχνες και στην αρχιτεκτονική. Δημιουργείται η απορία, γιατί μερικές αρχαίες κατασκευές από την Κίνα να μη βρίσκονται στον κατάλογο αυτόν; Αυτό συμβαίνει επειδή οι ταξιδιώτες δεν ταξίδευαν τόσο μακριά μέχρι την Κίνα, για να δουν τον αρχαίο κινέζικο πολιτισμό και έτσι, όλα αυτά τα οικοδομήματα είναι από τη ΝΑ Ευρώπη και τη Μ. Ανατολή.

Η Μεγάλη Πυραμίδα της Γκίζας (2584-2561 π.Χ.)

Η πυραμίδα του Χέοπα ήτανε η μεγαλύτερη από τις τρεις πυραμίδες της Γκίζας και το μοναδικό από τα 7 αρχαία θαύματα του κόσμου που σώζεται μέχρι σήμερα. Οι πυραμίδες βρίσκονται στο Οροπέδιο της Γκίζας, απέναντι από τη νεκρόπολη της Μέμφις, κοντά στο Κάιρο και ανοικοδομήθηκαν από το 2613 έως το 2494 π.Χ., με μεγάλους ογκόλιθους.

Η πυραμίδα του Χέοπα έχει μέγεθος όσο 7 ή 8 γήπεδα ποδοσφαίρου μαζί (230 x 230 μέτρα)! Έχει ύψος 146,60 μ και πλάτος 230,35 μ. Ο όγκος της πυραμίδας ανέρχεται σε 2.521.000 κυβικά μέτρα και το βάρος της πυραμίδας είναι 6,5 εκατομμύρια τόνους. Για την κατασκευή της πυραμίδας χρειάστηκαν περίπου δύο εκατομμύρια ογκόλιθοι με βάρος πάνω από δύο τόνους ο καθένας. Από μέσα η πυραμίδα ήτανε από πλάκες γρανίτη. Το εσωτερικό της πυραμίδας ήταν λαβύρινθος από διαδρόμους και δωματιάκια, που εμπόδιζαν την εύκολη διείσδυση στον κύριο χώρο, όπου βρισκόταν η σαρκοφάγος του Φαραώ. Ο χώρος αυτός είχε ύψος 5 μ., πλάτος 5,34 μ. και μήκος 10,33 μ. Η λάρνακα μέσα στην οποία βρισκόταν η μούμια του Φαραώ, ήταν από ροζ γρανίτη.

Το μνημείο σήμερα συγκινεί τους επισκέπτες της Αιγύπτου για το μεγαλείο του και την τεχνική του και προβληματίζει, ακόμα και σήμερα, τους σύγχρονους ειδικούς για το πώς μπόρεσαν να λύσουν τα τόσα προβλήματα μηχανικής και στατικής οι αρχαίοι συνάδελφοί τους.

Για την κατασκευή της πυραμίδας χρειάστηκαν 30 χρόνια και 100.000 χιλιάδες εργάτες. Οι περισσότεροι εργάτες πέθαναν κατά την κατασκευή της πυραμίδας λόγω των κακουχιών και της σκληρής εργασίας.

Οι Αρχαίοι Αιγύπτιοι πίστευαν ότι μετά το θάνατο όφειλαν να φροντίζουν το σώμα του νεκρού, ώστε το πνεύμα του να επιβιώσει. Αφαιρούσαν τα εσωτερικά όργανα, κάλυπταν το υπόλοιπο σώμα με άλατα και το τύλιγαν με γάζες. Το σώμα γινόταν μια μούμια. Μετά έθαβαν τη μούμια μαζί με ρούχα, τρόφιμα, κοσμήματα και άλλα χρήσιμα πράγματα για τη μεταθανάτια ζωή. Η μούμια του Χέοπα τοποθετήθηκε σε έναν ταφικό θάλαμο μέσα στην πυραμίδα.

Οι Κρεμαστοί κήποι της Βαβυλώνας (8ος-6ος αιώνας π.Χ.)

Φρούτα και λουλούδια... Καταρράκτες... Κήποι που κρέμονται από τα πεζούλια παλατιών... Εξωτικά ζώα... Αυτό είναι η εικόνα των Κρεμαστών Κήπων της Βαβυλώνας στο μυαλό των περισσότερων ανθρώπων. Αν και θεωρούνται ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου, πολλοί έχουν αμφισβητήσει την ύπαρξη τους.

Η θέση τους τοποθετείται στην ανατολική όχθη του ποταμού Εφράτη, περίπου 50 χλμ. νότια της Βαγδάτης, στο Ιράκ. Λέγεται ότι οι κήποι χτίστηκαν από τον Ναβουχοδονόσωρ για να ευχαριστήσει την σύζυγό του Αμυιτις, κόρη του βασιλιά της Μηδίας, την οποία ο Ναβουχοδονόσωρ παντρεύτηκε για να δημιουργήσει συμμαχία μεταξύ των δύο εθνών.

Γύρω στο 50 π.Χ., ο Διόδωρος ο Σικελός έγραψε ότι αυτοί οι πολυεπίπεδοι κήποι ήταν 400 πόδια φάρδος, 400 πόδια μήκος και ήταν μεγαλύτεροι από 80 πόδια ύψος. Στηριζόντουσαν σε μια σύνθετη κατασκευή από χοντρούς τούβλινους τοίχους, πέτρινα υποστυλώματα και δοκούς από κορμούς φοινικόδεντρων σε πυκνή διάταξη.

Καθώς, στην Βαβυλώνα έβρεχε σπάνια, ο κήπος για να διατηρηθεί ζωντανός θα έπρεπε να ποτίζεται με νερό από τον κοντινό ποταμό Εφράτη. Ο Στράβων αναφέρει για το πότισμα των κήπων: «Στην πλευρά των σκαλοπατιών υπήρχαν μηχανές ύδατος, με τη βοήθεια των οποίων τα πρόσωπα, που διορίζονται ρητώς για το σκοπό αυτό, είναι συνεχώς απασχολημένα στην αύξηση του ύδατος από τον Ευφράτη στον κήπο...».

Οι αρχαιολόγοι αγωνίζονται ακόμα να συλλέξουν αρκετά στοιχεία πριν φθάνουν στα τελικά συμπεράσματα για τη θέση των κήπων, του συστήματος θέρμανσης, αερισμού και κλιματισμού, άρδευσής τους, καθώς και της αληθινής τους μορφής.

Το Χρυσελεφάντινο άγαλμα του Ολυμπίου Διός (430 π.Χ.)

Το Άγαλμα του Ολυμπίου Διός ήταν ένα από τα πιο μεγαλοπρεπείς κατασκευές της αρχαιότητας.

Φιλοτεχνήθηκε από τον διάσημο γλύπτη Φειδία, γύρω στο 430 π.Χ. και τοποθετήθηκε ως λατρευτικό άγαλμα στο Ναό του Δία, στην Ολυμπία, στην αρχαία Ηλία.

Το άγαλμα του Δία έγινε τόσο ξακουστό στην εποχή του, που επί αιώνες, πλήθος ανθρώπων. Οι επισκέπτες έμεναν έκπληκτοι από την μεγαλοπρέπεια του αγάλματος και από την τελειότητά του.

Το σώμα του αγάλματος ήτανε από ξύλο, ντυμένο από στρώματα χρυσού και πλάκες ελεφαντοστού. Τα μάτια του ήταν από πολύτιμους λίθους, ο μανδύας από χρυσό και το δάφνινο στεφάνι που φορούσε ήτανε από σμάλτο. Το άγαλμα ξεχώριζε μέσα στο ναό επάνω σε τρία σκαλιά και έφτανε περίπου τα 12 μέτρα ύψος. Ο Δίας καθόταν σε έναν θρόνο που ήταν κατασκευασμένος από ελεφαντόδοντο, χρυσό, έβενο και άλλες πολύτιμες πέτρες και περιτριγυριζότανε από τριάντα έξι γρανιτένιες κολόνες και είκοσι εννέα μικρά αγάλματα, που απεικόνιζαν τις τρεις Χάριτες, τους ολύμπιους θεούς και του άθλους του Ηρακλή.

Για πέντε αιώνες περίπου, το άγαλμα πέρασε από πολλές κακουχίες, όπως σεισμούς, φωτιές, κεραυνούς, λεηλατήθηκε και σκεπάστηκε από ερείπια, συντρίμμια και την κοίτη του ποταμού Αλφειού. Τελικά, ο ναός καταστράφηκε από πυρκαγιά τον 5ο αιώνα μ.Χ. Το άγαλμα όμως είχε μεταφερθεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου και καταστράφηκε από πυρκαγιά το 462 μ.Χ.

Ο Ναός της Αρτέμιδος (356 π.Χ.)

Ο ναός της Αρτέμιδος βρισκόταν στην Έφεσο της σημερινής Τουρκίας.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι χρειάστηκαν 120 χρόνια για να αποπερατωθεί, έχοντας αρχικά ξεκινήσει από τον βασιλιά της Λυδίας, Κροίσο. Ο ναός κτίστηκε από μάρμαρο και ασβεστόλιθο, υλικά που μεταφέρθηκαν από γειτονικούς λόφους. Περίπου 120 μαρμάρινοι κίονες υποστήριζαν το κύριο τμήμα του ναού. Κάθε κίονας είχε ύψος 20 μέτρα. Οι τεράστιοι ογκόλιθοι μεταφέρθηκαν εκεί με τροχαλίες και συνδέθηκαν με μεταλλικούς πείρους. Μετά την ολοκλήρωση της οροφής, το κτίριο διακοσμήθηκε με υπέροχες γλυπτές παραστάσεις. Στη μέση του ναού υπήρχε το μαρμάρινο άγαλμα της Άρτεμης.

Ο ναός υπήρξε από τους μεγαλύτερους του κλασικού κόσμου, πολύ μεγαλύτερος από τον Παρθενώνα που χτίστηκε αργότερα στην Αθήνα. Η βάση των θεμελίων του είχε μήκος 131 μέτρα και πλάτος 79 μ. Το 356 π.Χ. ο ναός καταστράφηκε από πυρκαγιά. Τη φωτιά την έβαλε κάποιος Ηρόστρατος, που θέλησε με τον τρόπο αυτό να γίνει διάσημος. Κατά σύμπτωση, την ημέρα της καταστροφής του ναού, γεννήθηκε ο Μέγας Αλέξανδρος. Αργότερα, ο Αλέξανδρος επισκέφτηκε την Έφεσο και έδωσε διαταγής να οικοδομηθεί και πάλι ο ναός, στην ίδια θέση. Ο ναός του Αλέξανδρου επέζησε μέχρι τον 3ο μ.Χ. αιώνα. Με το πέρασμα του χρόνου η λάσπη κατέκλυσε το λιμάνι της Εφέσου και η πόλη κατάντησε ασήμαντη! Οι Γότθοι λεηλάτησαν στη συνέχεια το ναό και οι πλημμύρες ολοκλήρωσαν την καταστροφή.

Σήμερα ό,τι απομένει από το ναό στη Έφεσο είναι λίγοι ογκόλιθοι των θεμελίων και ένας μόνο αναστηλωμένος κίονας.

Το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού (353-351 π.Χ.)

Το μαυσωλείο της Αλικαρνασσού, το πιο μεγαλόπρεπο ταφικό μνημείο της ανατολικής Μεσογείου, συνδύαζε το ελληνικό περιστύλιο με την πυραμοειδή βαθμωτή στέγη. Χτίστηκε από τον Μαύσωλο, ηγεμόνα της Καρίας, ο οποίος, όταν παντρεύτηκε την αδερφή του Αρτεμισία και απέκτησε πλούτο και δύναμη, σχεδίασε έναν τάφο για τον ίδιο και τη βασίλισσα. Έναν τάφο τόσο μεγαλόπρεπο που θα θύμιζε ανά τους αιώνες τη δόξα του. Ωστόσο, ο Μαύσωλος πέθανε πριν τελειώσει το έργο του, το οποίο ολοκλήρωσε η Αρτεμισία γύρω στο 350 π.Χ. Το όνομα Μαυσωλείο το πήρε από το ίδιο το όνομα του βασιλιά και έχει επικρατήσει να λέγεται ακόμη και σήμερα για κάθε κρατικό μεγαλόπρεπο τάφο.

Οι στάχτες του βασιλικού ζεύγους τοποθετήθηκαν μέσα σε χρυσά αγγεία στον ταφικό θάλαμο στη βάση του οικοδομήματος. Πέτρινα λιοντάρια ανέλαβαν τη φύλαξη του θαλάμου. Επάνω από την ισχυρή πέτρινη βάση υψώθηκε ένα κτίσμα, όμοιο με αρχαίο ελληνικό ναό, περιζωμένο από κίονες και αγάλματα. Στην κορυφή του κτιρίου υπήρχε μια κλιμακωτή πυραμίδα και επάνω σ' αυτήν, σε ύψος 43 μέτρων από το έδαφος, στήθηκε το άγαλμα ενός άρματος, που το έσερναν άλογα. Μέσα στο άρμα υπήρχαν ίσως τα αγάλματα του βασιλιά και της βασίλισσας.

Δεκαοχτώ αιώνες αργότερα ένας φοβερός σεισμός κατάστρεψε το Μαυσωλείο. Το 1489, χριστιανοί Ιππότες του Αγίου Ιωάννου, πήραν τα υλικά προκειμένου να οικοδομήσουν το γειτονικό φρούριο. Μερικά χρόνια αργότερα οι Ιππότες ανακάλυψαν τον ταφικό θάλαμο του Μαύσωλου και της Αρτεμισίας. Αλλά μια νύχτα τον άφησαν αφύλαχτο, με αποτέλεσμα να τον λεηλατήσουν οι πειρατές και να αρπάξουν όσα χρυσά και άλλα πολύτιμα αντικείμενα υπήρχαν.

Πέρασαν άλλα 300 χρόνια μέχρι να ερευνήσουν την περιοχή οι αρχαιολόγοι. Κάτω από τα θεμέλια του Μαυσωλείου βρέθηκαν αγάλματα και άλλα γλυπτά που διατηρήθηκαν ανέπαφα. Ανάμεσά τους εντόπισαν και μεγάλα αγάλματα, τα οποία ίσως παρίσταναν το βασιλικό ζεύγος. Το 1857 τα μετέφεραν στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου όπου βρίσκονται ακόμη εκεί.

Ο Κολοσσός της Ρόδου (292-280 π.Χ.)

Ο Κολοσσός της Ρόδου ήταν ένα μεγάλο άγαλμα που χτίστηκε από τους Ρόδιους το 3ο αιώνα π.Χ., ως ευγνωμοσύνη προς τον Θεό Ήλιο, προστάτη του νησιού, και συμβόλιζε την ελευθερία και ανεξαρτησία των Ροδίων.

Υπολογίζεται ότι είχε το ίδιο ύψος με το Άγαλμα της Ελευθέριας, στη Νέα Υόρκη.

Υποστηρίζεται από ορισμένους ιστορικούς ότι ο Χάρης ο Λίνδιος, ο γλύπτης και μηχανικός στον οποίο είχε να ανατεθεί ο σχεδιασμός και η κατασκευή του μνημείου του Ήλιου, μαθητής του γλύπτη Λύσιππου, είχε δώσει στο πρόσωπο του Κολοσσού τα χαρακτηριστικά του Αλέξανδρου, αλλά ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε για την ακριβή όψη του αγάλματος.

Το γιγαντιαίο άγαλμα, που ολοκληρώθηκε σε 12 χρόνια, καλύφθηκε με μπρούντζινη επένδυση. Το βάθρο του ήταν από λευκό μάρμαρο.

Το άγαλμα ήταν μια ευφυής «διαφήμιση» της πόλης, απτή απόδειξη του πλούτου και της τεχνολογίας της. Δυστυχώς, γκρεμίστηκε 60 χρόνια μετά τα αποκαλυπτήριά του από ένα σεισμό και καθώς είχε ύψος 33 μέτρα, πέφτοντας γκρέμισε τριάντα σπίτια. Μετά την κατάρρευση το μπρούτζινο σώμα του αγάλματος ήτανε σωριασμένο στο έδαφος για 100 χρόνια. Το 654 μ.Χ., δηλαδή 900 χρόνια μετά την κατάρρευσή του το πούλησαν οι Σαρακηνοί ως μέταλλο και χρειάστηκαν 900 καμήλες για την μεταφορά του στη Συρία.

Ο Φάρος της Αλεξάνδρειας (280 π.Χ.)

Ο Φάρος της Αλεξάνδρειας ήταν ο πρώτος φάρος στον κόσμο και παρέμεινε στη θέση του για 1500 χρόνια. Κατασκευάστηκε τον 3ο αιώνα π.Χ. προκείμενου να καθοδηγεί τα πλοία με ασφάλεια στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας και ήταν σε λειτουργία έως την πλήρη καταστροφή του από δύο σεισμούς τον 14ο αιώνα μ.Χ. Ήταν ένας πύργος συνολικού ύψους 140 μέτρων και ήταν, για εκείνη την εποχή, το πιο ψηλό ανθρώπινο οικοδόμημα του κόσμου, μετά τις πυραμίδες του Χέοπα και του Χεφρήνου.

Η κατασκευή αυτού του μεγαλουργήματος ξεκίνησε κατά την περίοδο της βασιλείας του Πτολεμαίου Α', αλλά δεν πρόλαβε να το δει ολοκληρωμένο, αφού πέθανε το 283 π.Χ. Ο γιος του, ο Πτολεμαίος Β' ο Φιλάδελφος, είδε το έργο να ολοκληρώνεται, δώδεκα χρόνια από την έναρξη της δόμησής του το 270 π.Χ., από τον διάσημο αρχιτέκτονα Σώστρατο τον Κνίδιο.

Κατασκευάστηκε πάνω στο νησί Φάρος από άσπρη πέτρα και είχε τέσσερα επίπεδα. Το χαμηλότερο ήταν η τετράγωνη βάση, το δεύτερο ήταν ένα τετράγωνο κτίσμα, το τρίτο οκτάγωνο κτίσμα και το τέταρτο, το ψηλότερο, ένα κυκλικό κτίσμα στη κορυφή του οποίου υπήρχε το άγαλμα του Ποσειδώνα ή του Απόλλωνα. Επίσης, στο τέταρτο επίπεδο υπήρχε ένας καθρέπτης που αντανακλούσε το φως του ήλιου κατά την διάρκεια της μέρας, ενώ το βράδυ έκαιγε μία φλόγα για να προειδοποιεί τα διερχόμενα πλοία για την ύπαρξη εμποδίων. Πίσω από τη φλόγα υπήρχαν φύλλα ορειχάλκου που αντανακλούσαν τη λάμψη προς τη θάλασσα, έτσι ώστε τα πλοία μπορούσαν να τη διακρίνουν από 50 χιλιόμετρα μακριά. Πολλές αναφορές μιλάνε για έναν παράξενο καθρέπτη από γυαλί ή διαφανή επεξεργασμένη πέτρα που, μέσω αυτού, μπορούσαν να βλέπουν πλοία στην θάλασσα, που δεν ήταν ορατά με γυμνό μάτι (κάτι σαν τηλεσκόπιο).