Γενικα και Αοριστα

Η Σχολή της Φρανκφούρτης (Χορκχάιμερ, Αντόρνο, Χάμπερμας και Άπελ), θεωρεί ότι κατά τις τελευταίες δεκαετίες ο δυτικός «πολιτισμένος» κόσμος, ο κόσμος της υλικής αφθονίας, χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση της μαζικής κουλτούρας. Η μαζική κουλτούρα, που συμβαδίζει με την εξάλειψη του λαϊκού πολιτισμού της υπαίθρου και των παραδοσιακών πόλεων και έβαλε στο περιθώριο τη γνήσια, αυθεντική τέχνη, κατασκευάστηκε για να γεμίσει τον ελεύθερο χρόνο του σύγχρονου ανθρώπου. Ποιο ρόλο παίζει η μαζική κουλτούρα στη σημερινή κοινωνική οργάνωση και με ποιο τρόπο επιδρά στα άτομα-δέκτες; Ποια η διαφορά της από την αυθεντική τέχνη; Σ' αυτά και σε άλλα ερωτήματα προσπαθεί να απαντήσει η Σχολή της Φρανκφούρτης, η οποία άνοιξε με την εμφάνισή της μια νέα περίοδο στη ριζοσπαστική σκέψη και στην κοινωνική κριτική του καιρού μας.

Γένεση της μαζικής κουλτούρας

Μετά τις κρίσεις που χαρακτήρισαν τον καπιταλισμό από τα τέλη του 19ου ως τις αρχές του 20ου αιώνα, ενισχύθηκε η τάση διατήρησης της κατεστημένης τάξης πραγμάτων. Οι πρωταγωνιστές της τωρινής μοιρασιάς της εξουσίας και της ιδιοκτησίας εκμεταλλεύτηκαν τις σύγχρονες εξελίξεις και επινόησαν αυτό που λέγεται μαζική κουλτούρα, για να μπορέσουν να ασκήσουν έλεγχο στη συνείδηση των ανθρώπων. Τα προϊόντα της κουλτούρας αυτής είναι εμπορεύματα που επιβάλλονται με τη διαφήμιση και με τη μορφοποίηση νέων αισθητικών προτύπων, που δεν έχουν σχέση με την αισθητική, αλλά με τα οικονομικά και άλλα συμφέροντα του βιομηχανικού και χρηματιστηριακού κεφαλαίου. Η επιβολή της αισθητικής της μαζικής κουλτούρας συνοδεύεται από τη μουμιοποίηση της κλασικής αυθεντικής τέχνης… από τον παραγκωνισμό της αυθεντικής, σύγχρονης τέχνης και από την ολική σχεδόν εξαφάνιση της λαϊκής κουλτούρας της υπαίθρου και των πόλεων.

Χαρακτηριστικά της μαζικής κουλτούρας

«Ένα από τα σπουδαιότερα γνωρίσματα της μαζικής κουλτούρας είναι η τυποποίηση. Είναι η ατέρμονη επανάληψη των ίδιων θεμάτων, μοτίβων και τεχνικών, η αναπαλαίωση (που καταλήγει σε ευνουχισμό) παλιότερων θεμάτων και έργων, η "διασκευή" κλασικών, αυθεντικών έργων τέχνης, η τεχνητή αναβίωση παλιών τεχνοτροπιών και μοδών, η αναίσχυντη εκμετάλλευση στοιχείων της λαϊκής κουλτούρας που αποχωρίζονται βάναυσα από τα αρχικά τους συμφραζόμενα. Η ψεύτικη αυτή ποικιλομορφία και ποικιλοχρωμία δείχνει ότι η μαζική κουλτούρα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς μια επίφαση πρωτοτυπίας και νεωτερισμού. Η ψευδοεξατομίκευση επιτυγχάνεται με την υπερβολική χρήση κάθε είδους εφέ, που εξαρτώνται με τη σειρά τους από μια προηγμένη τεχνολογία. […] Η τυποποίηση δεν αφορά πάντως μόνο τα προϊόντα της μαζικής κουλτούρας, αλλά και τις αντιδράσεις, τις απαντήσεις των δεκτών τους. Σ' αυτή την εκ των προτέρων κατασκευή απαντήσεων αποβλέπουν τα διάφορα σχόλια και οι κριτικές που παρουσιάζονται από τις εφημερίδες, τα περιοδικά, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, και που επιβάλλουν στο κοινό πρότυπα ερμηνείας των προϊόντων της μαζικής κουλτούρας.»

(Από την εισαγωγή στο: Αντόρνο, Λόβενταλ, Μαρκούζε, Χορκχάιμερ, Τέχνη και μαζική κουλτούρα, επιλογή κειμένων, μετάφραση και εισαγωγή Ζήσης Σαρίκας, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα, 1984, σ. 222-23)

«Η μαζική κουλτούρα επινοήθηκε για να γεμίσει τον ελεύθερο χρόνο του ανθρώπου, τον χρόνο που του αφήνει η άσκηση μιας ορθολογικοποιημένης και μηχανοποιημένης εργασίας και η συμμετοχή σε μια ανούσια διανθρώπινη συναλλαγή και επαφή. Η οχληρότητα της καθημερινής ζωής, τα προβλήματα επιβίωσης, συμμετοχής στα κοινά και αυτογνωσίας, η αγωνία για το μέλλον, η αίσθηση της αποξένωσης που έχει το σύγχρονο άτομο από κάθε τομέα της ιδιωτικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής, έκαναν τον ελεύθερο χρόνο πραγματικό άσυλο. Αλλά αυτό ακριβώς το καταφύγιο καταλήφθηκε από τη μαζική κουλτούρα, που πέτυχε τον εφησυχασμό, την εξουδετέρωση της οργής και της απελπισίας, την αδρανοποίηση της σκέψης και την αναπαραγωγή των παραδεδομένων αξιών και αναγκών. Η μαζική κουλτούρα προσφέρει διασκέδαση, μ' άλλα λόγια φυγή από την πραγματικότητα και προετοιμασία για μια ακόμη εργάσιμη μέρα. Συμπερασματικά, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ασφαλιστική δικλίδα που εκτονώνει τις κρίσεις, είναι η πίσω όψη, ο πιστός συνοδοιπόρος της καπιταλιστικής βιομηχανικής παραγωγής.»

(Τέχνη και μαζική κουλτούρα, επιλογή κειμένων των Αντόρνο, Λόβενταλ, Μαρκούζε, Χορκχάιμερ, μτφρ. Ζ. Σαρίκας, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 1984, σ. 17-19, 22)

«Ο άνθρωπος γεννήθηκε ελεύθερος και παντού βρίσκεται αλυσοδεμένος. […] έτσι που το ανθρώπινο γένος να διαιρείται σε κοπάδια, καθένα με τον αρχηγό του, ο οποίος το περιφρουρεί για να το καταβροχθίσει. Καθώς ένας ποιμένας είναι ανώτερης φύσης από το κοπάδι του, οι ποιμένες ανθρώπων, οι ηγέτες τους δηλαδή, είναι επίσης ανώτερης φύσης από τους λαούς τους. Έτσι σκεφτόταν, κατά τον Φίλωνα, ο αυτοκράτορας Καλιγούλας, συνάγοντας αρκετά ικανοποιητικά από αυτή την αναλογία το συμπέρασμα ότι οι βασιλιάδες ήταν θεοί ή οι λαοί τους θηρία. Ο συλλογισμός του Καλιγούλα επανέρχεται στον Γκρότιους και τον Χομπς. Πριν απ' όλους ο Αριστοτέλης είχε επίσης αναφέρει ότι οι άνθρωποι δεν είναι καθόλου φύσει ίσοι, αλλά ότι άλλοι γεννιούνται για να γίνουν δούλοι κι άλλοι κύριοι. Ο Αριστοτέλης είχε δίκιο, αλλά εξέλαβε το αποτέλεσμα ως αίτιο. Όποιος έχει γεννηθεί στη σκλαβιά γεννιέται για τη σκλαβιά, αναμφισβήτητα. Οι σκλάβοι χάνουν τα πάντα μες στις αλυσίδες τους, ακόμα και την επιθυμία να τις αποτινάξουν. Αγαπούν την υποδούλωσή τους όσο οι σύντροφοι του Οδυσσέα λάτρευαν την αποκτήνωσή τους. Αν υπάρχουν λοιπόν φύσει δούλοι, είναι γιατί υπήρξαν δούλοι παρά φύσιν.»

(Ζαν Ζακ Ρουσό, Κοινωνικό συμβόλαιο, μτφρ. Β. Γρηγοροπούλου – Α. Σαϊνχάουερ, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2004, σ. 48, 50-51)

«Ο πολιτισμένος άνθρωπος χαρακτηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από το ότι αρνείται ο ίδιος στον εαυτό του, δυνάμει ενός κοινωνιογενούς αυτοκαταναγκασμού, να πιάνει αυθόρμητα ό,τι ορέγεται, ό,τι αγαπά ή μισεί. Η όλη διαμόρφωση των χειρονομιών του -όσο κι αν ποικίλλει στις λεπτομέρειές της στα διάφορα έθνη της Δύσης- καθορίζεται αποφασιστικά από αυτή την αναγκαιότητα.»

(Νόρμπγκερτ Ελίας, Η διαδικασία του πολιτισμού, μτφρ. Θ. Λουπασάκης, Αθήνα 96, σ. 307)

Η απόφαση της συνόδου των υπουργών Πολιτισμού των ευρωπαϊκών χωρών: «Αναγνωρίζοντας ότι ο σεβασμός για την πολιτισμική διαφορετικότητα είναι ουσιαστική συνθήκη της ανθρώπινης κοινωνίας, […] Επαναβεβαιώνοντας ότι το να διατηρήσουμε, να προστατέψουμε και να προωθήσουμε την πολιτιστική συνεργασία και τις δημοκρατικές αρχές και δομές στις ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι κεντρικός σκοπός του Συμβουλίου της Ευρώπης […] Ανακαλώντας ότι η πολιτισμική διαφορετικότητα ήταν πάντοτε κυρίαρχο ευρωπαϊκό χαρακτηριστικό και βασικός πολιτικός στόχος στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης […] Τονίζοντας ότι στο πλαίσιο της επίδρασης της παγκόσμιας αγοράς στους πολιτισμούς και στα πολιτιστικά προϊόντα, τα σύγχρονα δημοκρατικά κράτη βρίσκονται μπροστά σε μια νέα πρόκληση: την ανάπτυξη πολιτικών που να διασφαλίζουν την αναγνώριση και την έκφραση μορφών πολιτισμικής διαφορετικότητας μέσα στη δικαιοδοσία τους…»

(Από τη Διακήρυξη Πολιτισμικής Διαφορετικότητας του Συμβουλίου της Ευρώπης, που έγινε αποδεκτή από τη σύνοδο των υπουργών τον Δεκέμβριο του 2000)

Η έννοια της πολιτιστικής βιομηχανίας κατέχει σημαντική θέση στο χώρο του πολιτισμού

[…] Ο όρος πολιτισμός συχνά συγχέεται με τον όρο κουλτούρα. Ο Νίκος Δεμερτζής στο άρθρο του «Κουλτούρα και Νεωτερικότητα» (1988) αναφέρει: «τις περισσότερες φορές η λέξη 'κουλτούρα' αποδίδεται στην ελληνική ως 'παιδεία'. Συχνά δε και ως πολιτισμός, ενώ δε ελλείπουν και άλλες απόπειρες μετάφρασης του όρου όπως π.χ. παράδοση, καλλιέργεια». Αξίζει να αναφερθεί κανείς στη θεωρία της μαζικής κουλτούρας που εμφανίστηκε για πρώτη φορά τον 19ο αιώνα και αναπτύχθηκε ιδιαίτερα κατά τον 20ο. Ιδιαίτερα στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, νέα δεδομένα προκαλούν την εμφάνιση νέων θεωριών και την κριτική αναθεώρηση σε ότι ίσχυε μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Το τέλος της αποικιοκρατίας, η ανάπτυξη της τεχνολογίας και ιδιαίτερα των μέσων μαζικής επικοινωνίας καθώς και η εμφάνιση νέων μεταναστευτικών ρευμάτων αλλάζουν τον παγκόσμιο χάρτη. Η επικοινωνία είναι ευκολότερη και πιο άμεση, οι ιδέες «κυκλοφορούν», οι άνθρωποι είναι εκτεθειμένοι σε περισσότερα ερεθίσματα, η νοοτροπία και ο τρόπος ζωής κάθε λαού γίνεται περισσότερο γνωστός στον υπόλοιπο κόσμο και δεν υπάρχει πια ο ευρωπαϊκός εθνοκεντρισμός.

Επιγραμματικά θα πούμε πως διαφορετικές απόψεις σχετικά με την έννοια αυτή παρουσιάστηκαν. Μαζική είναι η κουλτούρα που προορίζεται για τη μάζα και για το πλατύ κοινό. Η μαζική κουλτούρα δεν είναι αυτή που δημιουργείται από τις μάζες αλλά αυτή που κατασκευάζεται με βιομηχανικό τρόπο για να καταναλωθεί απ' αυτές. (Βασιλείου, Σταματάκης, 1992:237) Η μαζική κουλτούρα έρχεται σε αντίθεση με την ποιοτική κουλτούρα (ή αλλιώς υψηλή κουλτούρα) η οποία γίνεται αντιληπτή από και προορίζεται για μία εκλεκτή μειοψηφία.

Η έννοια αυτή δέχτηκε ευρεία κριτική. Πολύ συνοπτικά υπάρχει η συντηρητική κριτική στη μαζική κουλτούρα σύμφωνα με την οποία η κουλτούρα της προβιομηχανικής εποχής ήταν η ιδανική διότι υπήρχε η κοινωνική ιεραρχία και τάξη, ο σεβασμός στην παράδοση, κάτι το οποίο υπονομεύει η μαζική κουλτούρα. Για τους θεωρητικούς της συντηρητικής πλευράς η μαζική κουλτούρα οδηγεί σε κοινωνική παρακμή.

Η έννοια της μαζικής κουλτούρας παραπέμπει στην ιδέα ενός ιδιαίτερου πολιτισμού τον οποίο παράγει η «μάζα», ή παράγεται για χάρη της μάζας από συγκεκριμένα κέντρα, τα οποία ακολουθούν το πρότυπο μιας μονόδρομης μετάδοσης, παρά την απαιτούμενη αμφίδρομη επικοινωνία ανάμεσα στον παραγωγό και τον αποδέκτη του πολιτισμού.

Τούτος ο μαζικός πολιτισμός -αποτέλεσμα εν μέρει του εκβιομηχανισμού των δυτικών κοινωνιών- σύμφωνα με τις απόψεις των συντηρητικών επικριτών του είναι υπεύθυνος για τη διάβρωση των κοινών ηθικών αξιών και την υπονόμευση της κοινωνικής ιεραρχίας. Η αριστερή κριτική από την πλευρά της θεωρεί τον μαζικό πολιτισμό αντιλαϊκό, διαχωρίζοντάς τον από την παραδοσιακή λαϊκή κουλτούρα, αντι-τέχνη με καθαρά εμπορευματικό χαρακτήρα και κυρίως χαμηλή ποιότητα και προϊόν ενός πολιτισμικού ιμπεριαλισμού. Και στις δύο περιπτώσεις η έννοια της μαζικής κουλτούρας αποκτά έναν υποδεέστερο και μειωτικό χαρακτήρα.

Κριτικές Θεωρήσεις και μαζική κουλτούρα

Η Κριτική Θεωρία έχει στον πυρήνα της πολιτικές και ηθικές παραδοχές, τις οποίες αναφέρει ρητά. Εκκινά από το αξίωμα ότι οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες διέπονται από έντονες κοινωνικές ανισότητες, εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο, γραφειοκρατικοποιημένα συστήματα και απολιθωμένους θεσμούς. Οι πολίτες ζουν συνήθως μέσα σε αλλοτριωμένες και αλλοτριωτικές κοινωνικές, εργασιακές και διαπροσωπικές σχέσεις. Δεν μετέχουν ενεργητικά στην κοινωνική και πολιτική ζωή και είναι βυθισμένοι στον καταναλωτισμό και στις συνήθειες της κοινωνίας της αφθονίας, που κατακλύζουν τα ενδιαφέροντα και τον ελεύθερο χρόνο τους. Από την άλλη πλευρά, δεν συνειδητοποιούν και ακόμα περισσότερο δεν αμφισβητούν την τάξη των πραγμάτων, την οποία θεωρούν αυτονόητη. Αυτό συμβαίνει γιατί ένα ευρύτατο πλέγμα θεσμών τους εμποτίζει με την κυρίαρχη ιδεολογία, ο ρόλος της οποίας είναι να τους πείθει ότι οι ισχύουσες μορφές οργάνωσης της κοινωνίας λειτουργούν προς όφελός τους ενώ στην πραγματικότητα αναπαράγουν τα συμφέροντα ορισμένων μειοψηφιών. Νευραλγικό ρόλο στη διαδικασία της διάδοσης της κυρίαρχης ιδεολογίας έχουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, η διαφήμιση και τα προϊόντα της μαζικής κουλτούρας. (Πρόκειται για τα πολιτιστικά προϊόντα που κατασκευάζονται με βιομηχανικό τρόπο για τις μάζες (έργα τύπου Χόλυγουντ, δίσκοι και περιοδικά ευρείας κυκλοφορίας, μπεστ σέλλερ κ.ά.) και τις εθίζουν σε στερεότυπες, σχηματοποιημένες και ωραιοποιημένες μορφές αντίληψης της πραγματικότητας.)

Μέσα από αυτούς τους μηχανισμούς οι πολίτες διαμορφώνουν την πεποίθηση ότι ζουν σε μια ορθολογική κοινωνία που επιδιώκει την ελευθερία και την ευτυχία τους, αδυνατώντας να διακρίνουν τις μορφές ανορθολογικότητας, καταπίεσης και αλλοτρίωσης που τους περιστοιχίζουν.

Ο Marcuse παρουσιάζει ενδεικτικά ορισμένα υποθετικά παραδείγματα του «εσωτερικού διαλόγου» κάποιων ανθρώπων, ο οποίος διέπεται από τις κυρίαρχες δοξασίες. Τα παραδείγματα δείχνουν ότι τα άτομα δεν κατορθώνουν να απεγκλωβιστούν από το διαδεδομένο στην κοινωνία σύστημα αντιλήψεων ακόμα και όταν οι καθημερινές εμπειρίες τους μαρτυρούν ότι αυτό δεν αντιστοιχεί στα ζωτικά συμφέροντά τους: παράδειγμα: «Κάνω περίπατο στην εξοχή. Όλα είναι ωραία: η φύση βρίσκεται στο αποκορύφωμα της καλλονής της. Τα πουλιά, ο ήλιος, το χορτάρι, η θέα των βουνών μέσ' απ' τα δέντρα, η μοναξιά, κανένα ράδιο δεν ακούγεται, καμία ενοχλητική μυρωδιά. Σε λίγο όμως το μονοπάτι κάνει στροφή και τελειώνει στον αυτοκινητόδρομο. Να με πάλι μέσα στις αφίσες, στα βενζινάδικα, στα μοτέλ και στα πανδοχεία. Βρισκόμουν σ' ένα Εθνικό Πάρκο και τώρα ξέρω ότι αυτό που είδα δεν ήταν η πραγματικότητα. Ήταν μια «φυσική εφεδρεία», κάτι που το διατηρούν σαν ένα είδος που χάνεται. Χωρίς την επέμβαση της κυβέρνησης, οι διαφημιστικές αφίσες, τα αρτοπωλεία και τα μοτέλ θα είχαν από πολύ πριν κατακλύσει κι αυτόν τον διατηρούμενο τώρα σε φυσική κατάσταση χώρο. Αισθάνομαι ευγνωμοσύνη γι' αυτό προς την κυβέρνηση· τώρα είναι καλύτερα από άλλοτε…»

Ενδεικτικά ορισμένες σκέψεις των Adorno και Horkheimer σχετικά με την επίδραση της μαζικής κουλτούρας.

«(Η μαζική κουλτούρα) υποτάσσει με τον ίδιο τρόπο όλους τους τομείς της πνευματικής παραγωγής για έναν και μοναδικό σκοπό: την απασχόληση των αισθήσεων των ανθρώπων από τη στιγμή που βγαίνουν από το εργοστάσιο, το βράδυ, ως τη στιγμή που θα χτυπήσουν την κάρτα τους το άλλο πρωί, με πράγματα που φέρουν τη σφραγίδα της διαδικασίας της εργασίας, την οποία κάνουν οι ίδιοι όλη τη μέρα.»

[…] «Αυτοί που βλέπουν κινηματογράφο διδάσκονται ότι δεν χρειάζεται να γίνουν διαφορετικοί απ' αυτό που είναι, ότι τα καταφέρνουν μια χαρά και ότι δεν θα τους ζητηθεί τίποτε που θα ξεπερνά τις δυνάμεις τους.»

[…] «Κάθε φιλμ είναι μια παρουσίαση του επόμενου και δίνει την υπόσχεση ότι θα ενώνει πάλι το ίδιο ζευγάρι των ηρώων κάτω από το φως του ίδιου εξωτικού ήλιου· εκείνος που δεν μπαίνει στον κινηματογράφο από την αρχή δεν ξέρει αν βλέπει "σκηνές" ή το ίδιο το έργο. Η βιομηχανία της κουλτούρας βασίζεται στη συναρμολόγηση σε σειρά.»

[…] «Η ευχαρίστηση σταθεροποιείται μέσα στην ανία γιατί, αν θέλει να παραμείνει ευχάριστη, δεν πρέπει να απαιτεί καμία προσπάθεια· γι' αυτό κινείται μέσα στα κενά αυλάκια των συνηθισμένων συνειρμών. Ο θεατής δεν χρειάζεται να σκέφτεται μόνος του: το προϊόν προδιαγράφει κάθε αντίδραση.»

Η κριτική θεωρία λοιπόν αποσκοπεί να συμβάλει στην απελευθέρωση των ανθρώπων από το πλέγμα των αλλοτριωτικών θεσμών, ιδεολογιών και σχέσεων. Συγκεκριμένα, επιδιώκει να υποβάλει στον έλεγχο του κριτικού λόγου το σύνολο των κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών καταστάσεων και αντιλήψεων· διερευνά κριτικά τους μηχανισμούς μέσα από τους οποίους χειραγωγούνται οι συνειδήσεις· επιδιώκει να εφοδιαστούν ο πολίτες με την ικανότητα να χρησιμοποιούν τη σκέψη τους αυτοδύναμα ώστε να μπορούν να αμφισβητούν τις ποδηγετούσες ιδεολογίες· και επεξεργάζεται εναλλακτικές μορφές δράσης, που θα μπορούσαν να μετασχηματίσουν τις νόρμες της κοινωνικής ζωής προς το καλύτερο.

Ανάμεσα στις προτάσεις της Σχολής της Φρανκφούρτης ξεχωριστή θέση κατέχει η «θεωρία της επικοινωνιακής πράξης» που διατύπωσε ο Habermas. Η θεωρία αυτή βασίζεται στην ιδέα ότι η κοινωνία θα λειτουργούσε περισσότερο δημιουργικά αν ενδυναμωνόταν το ευρύ πεδίο του «κόσμου της ζωής», δηλαδή των άτυπων θεσμών μέσα στους οποίους οι άνθρωποι συναντώνται και μοιράζονται καθημερινά τη ζωή τους (οικογένεια, κοινωνικές και εθελοντικές οργανώσεις, θεσμοί κουλτούρας, θεσμοί δια βίου μάθησης). Απαραίτητο στοιχείο για τη δημιουργική λειτουργία του «κόσμου της ζωής» είναι να ενσωματώνει διαδικασίες στοχαστικού διαλόγου (discourse), δηλαδή μιας μορφής διαλόγου που αποσκοπεί στη διαμόρφωση συναίνεσης, η οποία θεμελιώνεται στην αμοιβαία κατανόηση και στην ορθολογική επεξεργασία των νοημάτων της ανθρώπινης επικοινωνίας.

Ο κριτικός στοχασμός περιλαμβάνει τη «διερεύνηση των συνεπειών που τείνει να επιφέρει» κάθε υιοθετούμενη γνώση ή πεποίθηση. Αναρωτιόμαστε δηλαδή για τα αποτελέσματα που μπορεί να έχουν οι ιδέες μας και επεξεργαζόμαστε ενδεχομένως σχέδια δράσης προκειμένου να επιφέρουμε αλλαγές στο προσωπικό ή στο κοινωνικό επίπεδο.

Συμπερασματικά, ο κριτικός στοχασμός σύμφωνα με τον Dewey δεν περιορίζεται σε μια συστηματική ανάλυση γνώσεων και πεποιθήσεων ούτε συρρικνώνει το στόχο του στη βελτίωση των επιμέρους εκφάνσεων της συμπεριφοράς. Περιέχει επιπλέον την αντίληψη ότι οι άνθρωποι μέσω της ενεργητικής και αυτοδύναμης σκέψης τους είναι δυνατόν να θέτουν σε αμφισβήτηση ολόκληρο το αντιληπτικό τους σύστημα και να γίνονται αναδημιουργοί της προσωπικής τους πορείας και της κοινωνικής πραγματικότητας.

Ο κριτικός στοχασμός μας προτρέπει προς τη συνειδητή απόφαση για αμφισβήτηση των παραδοχών εκείνων που θεωρούνται δεδομένες, την αξιολόγηση του ιδεολογικού υπόβαθρου στο οποίο βασίζονται, καθώς και τη σύνδεση του κριτικού στοχασμού με την προοπτική της δράσης για την προσωπική ή κοινωνική αλλαγή.

Η τέχνη και η μαζική κουλτούρα στη σκέψη του Herbert Marcuse

Από τα σημαντικότερα θέματα που ασχολήθηκε η Σχολή της Φρανκφούρτης είναι η τέχνη και η κουλτούρα και ο τρόπος που χρησιμοποιήθηκαν στα πλαίσια της κοινωνίας. Η τέχνη εκλαμβάνεται ως μέρος του σύγχρονου πολιτισμού και μάλιστα στον 20ο αιώνα είχε ευρεία ανταπόκριση σε κάθε κοινωνικό συντελεστή.

Η ιδιαιτερότητα της Σχολής της Φρανκφούρτης πάνω στο ζήτημα τέχνης και κουλτούρας είναι ο ποιοτικός διαχωρισμός που έκανε. Διαχώρισε, δηλαδή, τη κουλτούρα σε «υψηλή» και «χαμηλή», σε «θετική» και «αρνητική». Όταν πρωτοδιατυπώθηκε αυτή η άποψη προκάλεσε με τη ριζοσπαστικότητά της. Ωστόσο, σήμερα γίνεται αντιληπτό αυτό που κατέγραψε η Σχολή. Ο Αντόρνο έκανε λόγο για «βιομηχανία της κουλτούρας» εννοώντας μια μαζική κουλτούρα που χειραγωγείται μέσω μηχανισμών που ελέγχει η πολιτιστική βιομηχανία. Επομένως, η τέχνη (όπως εκλαμβάνεται ως μέρος του γενικότερου όρου «κουλτούρα») πρέπει να υφίσταται μια κριτική θεώρηση. Κυρίως ο Αντόρνο επιδόθηκε σε μια ελιτίστικη άρνηση της μαζικής κουλτούρας. Αξίζει, όμως, να σημειωθεί ότι η Σχολή της Φρανκφούρτης δεν έθεσε σαφείς όρους και κριτήρια διαχωρισμού ποιοτικής και μη τέχνης. Αυτό που κατέγραψε ήταν η χειραγώγηση και η αλλοτρίωση του ατόμου είτε μέσω της υψηλής είτε μέσω της ευτελούς τέχνης. Οι μηχανισμοί χειραγώγησης παρουσιάζουν μια αυταρχικότητα που καταλήγει σε ολοκληρωτισμό. Με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο καθυποτάσσουν τον άνθρωπο κατά το δοκούν. Πάνω σε αυτό ενδιαφέρον παρουσιάζει η φράση του Τσόμσκι ότι «ο ρόλος των διανοουμένων συνίσταται στο να κάνουν ότι πρέπει ώστε οι άνθρωποι να παραμένουν παθητικοί, υπάκουοι, αστοιχείωτοι και προγραμματισμένοι». Αντίστοιχα, η Σχολή της Φρανκφούρτης υπό το πρίσμα της κριτικής θεωρίας τοποθετείται απέναντι στην επιτηδευμένη επίδειξη τεχνικής αρτιότητας (ενδεχομένως, ο Μπένζαμιν να διαφωνεί εδώ). Ωστόσο, η Σχολή της Φρανκφούρτης κατηγορήθηκε αρκετά για ελιτισμό στα όρια της «αριστοκρατικής αλαζονείας», χωρίς αυτό να υποβαθμίζει το μεγάλο έργο του και την σημαντική καταγραφή του.

Παρόλα αυτά, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη Σχολή της Φρανκφούρτης παρουσιάζει η ιδεαλιστικής καταγωγής έννοια περί του τέλους της τέχνης. Η έννοια αυτή αναφέρεται στη τέχνη ως εμπορικό προϊόν, ως μέσο χειραγώγησης και συνεπώς, στην αλλοτριωμένη τέχνη. Ακόμα, σχετίζεται με τις εσωτερικές αντινομίες της τέχνης, όπως την αλήθεια και την αναλήθεια που αυτή μπορεί να δηλώνει. Ο Αντόρνο στο έργο του «Αισθητική Θεωρία» υπερασπίζεται την αναγκαιότητα για συνέχιση της τέχνης, αν και αντιλαμβάνεται την απειλή του τέλους μέσα από την ευτέλεια στην οποία έχει περιέλθει. Πάνω στο ενδεχόμενο τέλος της τέχνης τοποθετείται και ο Μαρκούζε αναφέροντας ότι «το τέλος της τέχνης μπορεί να γίνει θεωρητικά νοητό μόνο αν οι άνθρωποι δεν είναι πια ικανοί να διακρίνουν την αλήθεια από το ψέμα, το καλό από το κακό, το ωραίο από το άσχημο, το τωρινό από το μελλοντικό». Επιπλέον, αναγνωρίζει τη πιθανότητα τέλους της τέχνης ως «μια πραγματικά ιστορική δυνατότητα». […]

[…] Η έννοια «μαζική κουλτούρα» αποτελεί τον αντίποδα της έννοιας της κουλτούρας μια αντίθεση την οποία ο Μαρκούζε προσπαθεί να την αποσαφηνίσει εννοιολογικά και σημασιολογικά. Διακρίνει την «κουλτούρα» από τον «υλικό πολιτισμό» όπου τα χαρακτηριστικά αυτών των δυο εννοιών δημιουργούν αντιθετικά ζεύγη καταδεικνύοντας τις ποιοτικές διαφορές τους:

Υλικός Πολιτισμός

Κουλτούρα

Υλική Εργασία

Πνευματική Εργασία

Εργάσιμη Ημέρα

Αργία

Εργασία

Σχόλη

Βασίλειο της Αναγκαιότητας

Βασίλειο της Ελευθερίας

Φύση

Πνεύμα

Οπερασιοναλιστική Σκέψη

Μη Οπερασιοναλιστική Σκέψη

 

Η διάκριση αυτή είναι μια ιστορική επιβεβλημένη από την αστική κοινωνία διάκριση.