Γενικα και Αοριστα

Η αλήθεια, στο απόλυτό της, όπως και να την εννοήσει κανείς είτε σαν αλη-θεία είτε σαν α-λήθη, δεν μεταδίδεται γιατί είναι δύσκολο να εκφρασθεί. Ούτε είναι δυνατόν να ιδωθεί από τις απλές αισθήσεις γιατί όπως λέει ο Ηράκλειτος, τα μάτια και τα αυτιά είναι κακοί μάρτυρες για τον άνθρωπο και δεν πρέπει να τους έχουμε εμπιστοσύνη. Είναι μια προσωπική βιωματική κατάσταση για όποιον καταφέρει να την πλησιάσει ή να φωτισθεί από μερικές ακτίνες από το φως της. Δεν μεταδίδεται γιατί υπερβαίνει τον ανθρώπινο λόγο και την σκέψη, που εξαρτάται άμεσα από τον λόγο. Εκφράζεται, όμως κατά το δυνατόν, μέσα από την τέχνη, τα χρώματα, την μουσική, την ποίηση την αλληγορία, την παραβολή. Η προσπάθεια έκφρασής της, από κάποιον που την έχει βιώσει, σε αυτούς που ζουν στο βάθος του σπηλαίου, στον κόσμο των σκιών, καταλήγει στο να θεωρηθεί τρελός, δαιμονισμένος και οπωσδήποτε επικίνδυνος για την κοινωνία των σκιών, η οποία δεν θέλει να βγει από την κατάσταση της αποχαύνωσής της, δεν θέλει να γνωρίσει την αλήθεια που ελευθερώνει (γνώσεσθαι την αλήθεια και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς), γιατί η ελευθερία απαιτεί προσωπική θυσία, αυτοχειριασμό. Αυτός που ζει στον κόσμο των σκιών δεν θέλει να σκοτώσει την σκιά του εαυτού του και να αντικρίσει το πραγματικό του πρόσωπο λουσμένο μέσα στο εκτυφλωτικά λαμπρό φως της αλήθειας. Η προσπάθεια αυτή, ίσως να τον φοβίζει.

Λέει κάπου το ευαγγέλιο, που όμως δεν διαβάζεται στις εκκλησίες είτε για να μην παρεξηγηθεί είτε γιατί δεν το κατανοούν οι ιερείς, ότι για να εισέλθει κανείς στη βασιλεία των ουρανών πρέπει να σκοτώσει τον πατέρα του, την μάνα του και τον εαυτό του τον ίδιο. Δηλαδή, να αφαιρέσει όλα τα δοτά στοιχεία που συνιστούν την προσωπικότητά του (όχι το πρόσωπο, ούτε την ατομικότητα), το δοτό εγώ του, κάτι που ισοδυναμεί με αυτοκτονία και ελεύθερος από τα βάρη που τον κρατούσαν δέσμιο στο σκοτάδι, να βαδίσει προς το Φως και την Ελευθερία.

Όλη αυτή η διαδικασία είναι μια διαδικασία υπέρβασης.

Ο ανθρώπινος λόγος και σκέψη, όσο και αν τα επεκτείνει κανείς, κάτι που αξίζει τον κόπο να το κάνει, έχουν όρια, είναι περατά. Για παραπέρα χρειάζεται να υπερπηδήσει κανείς τον ψηλό φράκτη των ορίων. Να υπερβεί κάθε λόγο, κάθε σκέψη. Να βαδίσει με οδηγούς τις έσω αισθήσεις, τα μάτια και την ακοή της ψυχής, προς το Υπέρλαμπρο και άφατο. Και όταν τα φθάσει, τα πλησιάσει όσο μπορεί, γυρίζοντας πίσω από κάθε αλλεπάλληλη προσπάθεια όλο και πιο κοντινού πλησιάσματος, καθήκον του είναι να τα προβάλλει προς τα έξω με όλα τα μέσα της ψυχής του. Καθήκον του, αλλά και εσωτερική του ανάγκη, να προβάλλει το φως που τον τύλιξε μέσα στον κόσμο των σκιών, για να φωτίσει έστω και έναν στο δρόμο προς την Ελευθερία.