Ψυχολογια και Παραψυχολογια

«Θλίψη ανατέλλει στην καρδιά μου… με φοβίζει ο θάνατος» ΓΚΙΛΓΚΑΜΕΣ

Ο μεγάλος αριθμός των φιλοσοφικών και επιστημονικών προσεγγίσεων για το θάνατο, μας μαρτυρούν πως πρόκειται για ένα θέμα που απασχολούσε τον άνθρωπο από τα αρχαία χρόνια έως και σήμερα και θα συνεχίσει να μας απασχολεί μελλοντικά. Όλοι μας ανεξαρτήτου φύλου ή ηλικίας τον φοβόμαστε επειδή αφορά όλους μας, είναι αναπόφευκτος και οριστικός.

Κατά τη διάρκεια της ζωής μας βιώνουμε πολλούς θανάτους που έχουν να κάνουν με αποχωρισμούς που σηματοδοτούν το τέλος μιας φάσης στη ζωή μας και την αρχή μιας άλλης. Για παράδειγμα μπορεί να πρόκειται για τη διακοπή μιας πολύ στενής σχέσης, τα ορόσημα γενέθλια, τη συνταξιοδότηση, ένα τραυματικό γεγονός, τον αποχωρισμό των παιδιών από το σπίτι, την απώλεια δουλειάς ή την αλλαγή επαγγέλματος, μια απειλητική ασθένεια για τη ζωή ή το πένθος για την απώλεια κάποιου αγαπημένου προσώπου. Επομένως είναι πολύ χρήσιμο κατά τη πορεία της ύπαρξής μας να πεθαίνουμε συμβολικά ώστε να μπορούμε να γεννιόμαστε στο επόμενο στάδιο.

Ο πρώτος αποχωρισμός που βιώνουμε είναι όταν γεννιόμαστε. Παρόλο που είναι ένα χαρμόσυνο γεγονός και το γιορτάζουμε είναι πολύ δύσκολη η απώλεια της συμβιωτικής σχέσης που έχει αναπτυχθεί ανάμεσα στη μητέρα και στο παιδί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Το βρέφος αποχωρίζοντας το προστατευτικό περιβάλλον της μητέρας του, βιώνει φόβο, νιώθει το κρύο ταυτόχρονα όμως και την ανάγκη –βήμα προς βήμα– να αναλάβει τη φροντίδα του εαυτού του αρχίζοντας από την ίδια του την αναπνοή. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει στη συνέχεια και με τη διακοπή του θηλασμού, όμως είναι απαραίτητα στάδια για την ανάπτυξη της αυτονομίας του βρέφους.

Σε κάθε είδους αποχωρισμό βιώνουμε και μια σειρά συναισθημάτων που δύσκολα τα συνειδητοποιούμε και τα αποδεχόμαστε. Αρχικά υπάρχει μια άρνηση του γεγονότος, δηλαδή πιστεύουμε ότι δεν μας έχει συμβεί και ότι έχει γίνει κάποιο λάθος. Έπειτα αρχίζουμε και θυμώνουμε γιατί κατακλυζόμαστε από το αίσθημα ότι είναι άδικο να μας συμβεί κάτι τέτοιο, ενώ στη πραγματικότητα θυμώνουμε γιατί νιώθουμε αδύναμοι να ελέγξουμε την κατάσταση. Στη συνέχεια ακολουθεί μια διαπραγμάτευση συνήθως με το θεό με σκοπό να μειώσουμε το άγχος μας. Στο επόμενο στάδιο θρηνούμε γιατί σε αυτό το σημείο πλέον αφομοιώνουμε το γεγονός που μας συντάραξε και τέλος αποδεχόμαστε την κατάσταση. Με άλλα λόγια στο τελευταίο αυτό στάδιο, στο οποίο επιθυμούμε και να φτάσουμε διαχωρίζουμε τον εαυτό μας από το αντικείμενο που χάθηκε και πλέον μπορούμε να επενδύσουμε την ενέργεια μας σε άλλα «ζωντανά» αντικείμενα. Επομένως σε αυτές τις περιπτώσεις είναι μεγάλη ανακούφιση να αποδεχτούμε τα συναισθήματά μας και να τα βιώνουμε σε όλη τους την έκταση ως μοναδικά, ειλικρινή και ανεπανάληπτα.

Είναι παρήγορο ότι τα παιδιά μπορούν να διαχειριστούν τους αποχωρισμούς με μεγαλύτερη άνεση από τους ενήλικες γιατί επεξεργάζονται όλα τα έντονα συναισθήματα με ένα εντελώς διαφορετικό τρόπο. Για παράδειγμα, ένα παιδί ηλικίας μέχρι τριών ετών ασχολείται κυρίως με τη γέννηση και την ύπαρξη των ανθρώπων. Σίγουρα παίζει και σε αυτά ένα ρόλο ο θάνατος, ο οποίος όμως έχει να κάνει με το φόβο απομάκρυνσης του ενήλικα που το φροντίζει. Μια τέτοια απομάκρυνση (π.χ. να λείψει για λίγο η μητέρα από κοντά του) ενεργοποιεί ένα φόβο εγκατάλειψης που το βιώνουν ως τιμωρία γιατί έκαναν κάτι που οι ενήλικες δεν ενέκριναν. Γι αυτό το λόγο πρέπει να τα καθησυχάζουμε ότι δεν ευθύνονται τα ίδια π.χ. για τον θάνατο της γιαγιάς. Στην ηλικία των τεσσάρων έως πέντε ετών θεωρούν τα πάντα ζωντανά στον κόσμο και γι’ αυτό άλλωστε δημιουργούν διαλόγους και με τα παιχνίδια τους. Παρόλο αυτά όμως σε αυτή την ηλικία αρχίζουν και ενδιαφέρονται για το θάνατο εξετάζοντας στη φύση τα νεκρά ζώα ή τα νεκρά λουλούδια χωρίς όμως να αντιλαμβάνονται ότι ο θάνατος είναι κάτι οριστικό και αμετάκλητο. Αντιθέτως πιστεύουν ότι οι νεκροί με κάποιον τρόπο ανασταίνονται και συνεχίζουν κανονικά τη ζωή τους. Όταν το παιδί βιώσει μια τέτοια εμπειρία φοβάται να πέσει για ύπνο, φοβάται το σκοτάδι και δεν θέλει να μένει μόνο του γιατί νομίζει ότι οι γονείς του δεν θα ξαναγυρίσουν. Στην ηλικία των έξι ετών για πρώτη φορά αντιλαμβάνεται ότι ο θάνατος είναι κάτι οριστικό και αμετάκλητο. Ταυτόχρονα όμως ενεργοποιείται και ο φόβος του δικού του θανάτου γεγονός που του διεγείρει τον ενδιαφέρον ενώ παράλληλα δημιουργούνται και ποικίλα συναισθήματα.

Τι πρέπει λοιπόν να κάνουμε ως γονείς; Είναι πολύ σημαντικό να αφήσουμε το παιδί να μιλήσει γι’ αυτό και να μην αντιμετωπίζουμε το θέμα ως ταμπού. Οφείλουμε να το κάνουμε να αισθανθεί ότι το καταλαβαίνουμε και παίρνουμε σοβαρά τους φόβους και τους προβληματισμούς του. Δεν είναι χρήσιμο να το αποκλείουμε από τις συζητήσεις, ούτε από τις τελετές πένθους. Μπορούμε επιπλέον να εκφράσουμε τα συναισθήματά μας μπροστά στο παιδί όχι μόνο γιατί καταλαβαίνει τη λύπη μας, αλλά και γιατί με το να το κρύβουμε έμμεσα του δείχνουμε ότι δεν πρέπει να εκφράζουμε ορισμένα συναισθήματα με αποτέλεσμα να εντείνουμε τη σύγχυσή του. Επομένως ακούμε τα παιδιά προσεχτικά, τους εξασφαλίζουμε το αίσθημα ότι δεν ευθύνονται αυτά για την κατάσταση, δεν περιμένουμε από τα παιδιά παρηγοριά και τα αφήνουμε να μιλήσουν για το κλάμα. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι από τη μια μεριά πρέπει να τεθεί το θέμα στις πραγματικές του διαστάσεις, όσες φορές είναι απαραίτητες και από την άλλη να δοθεί η δυνατότητα στα παιδιά να το αντιμετωπίσουν μέσα στα παιχνίδια τους χωρίς να τα καταβάλει ο πόνος και η θλίψη. Διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος να μη μπορέσουν να επεξεργαστούν την αφθονία των πληροφοριών.

Πηγή